Ένας χρήσιμος οδηγός για τη σύνταξη του εσωτερικού κανονισμού

Αγαπητές φίλες και αγαπητοί φίλοι,
Ο νόμος 4692/2020 που ψηφίστηκε φέτος τον Ιούνιο προβλέπει στο άρθρο 37 την ύπαρξη εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας των σχολείων της Α΄βαθμιας και Β΄βαθμιας εκπαίδευσης, από την έναρξη της τρέχουσας σχολικής χρονιάς.Ένας τέτοιος κανονισμός λειτουργίας μπορεί να είναι ένα σπουδαίο εργαλείο, στο πλαίσιο ενός δημοκρατικού συνεργατικού σχολείου, μπορεί όμως να είναι και η διεκπεραίωση μιας υποχρέωσης κατά τρόπο τυπικό και ανούσιο.Στις συζητήσεις που θα προκύψουν στα σχολεία σας, λόγω της τυπικής υποχρέωσης να φτιαχτεί κανονισμός λειτουργίας, η παρουσίαση που επισυνάπτεται είναι χρήσιμη. Δημιουργήθηκε από τον Χάρη Παπαδόπουλο, συντονιστή 4ου ΠΕΚΕΣ, για τις ανάγκες μιας εισήγησης σε Διευθυντές και Διευθύντριες σχολείων του 4ου ΠΕΚΕΣ της Αττικής και σας το προωθούμε για να το χρησιμοποιήσετε όπως νομίζετε.

Ο διάλογος Freinet και Wallon – Ο ρόλος που διαδραματίζει η ψυχολογία στο σχολείο

Liliane MAURY, Εθνικό Κέντρο Επιστημονικής Έρευνας – Παρίσι

Το παιδαγωγικό έργο του Freinet παρά την εσωτερική του συνέχεια, μπορεί να μελετηθεί από πολλές απόψεις. Για παράδειγμα, το παιδαγωγικό του πείραμα μπορεί να μελετηθεί από μόνο του, όπως αναπτύχθηκε μεταξύ του 1920 και του 1933. Αυτό έγινε από τη σύζυγο του Freinet – την Elise Freinet – σε δύο βιβλία που δημοσιεύθηκαν στη δεκαετία του ’70: L’école Freinet, réserve d’enfants [Το σχολείο Freinet, η κράτηση των παιδιών] και La naissance d’une pédagogie populaire [Η γέννηση μιας λαϊκής παιδαγωγικής]. Μπορεί επίσης να μελετηθεί η παιδαγωγική συμβολή του Freinet, ιδιαίτερα η πολύ πρωτότυπη ενεργός μέθοδος που ανέπτυξε, ξεκινώντας από τη χρήση του σχολικού τυπογραφείου. Από αυτή την αυστηρά παιδαγωγική και θεσμική άποψη, η συμβολή του Freinet δεν μπορεί να αγνοηθεί. Τα έντυπα της «Βιβλιοθήκης Εργασίας» [«Bibliothèque de Travail»] αποτελούν ένα πολύτιμο εργαλείο για τους δασκάλους των δημοτικών σχολείων, ακόμη και των σχολείων της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Τέλος, είναι δυνατή και η εξέλιξη του «κινήματος Freinet» στη διάρκειά της προσαρμοζόμενη στις νέες σχολικές συνθήκες.

Όλα αυτά αποδεικνύουν τον πλούτο της παιδαγωγικής προσπάθειας που, αν και τοποθετείται ακριβώς στο χώρο και το χρόνο – πραγματοποιήθηκε στη Γαλλία μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου- εξακολουθεί να δίνει τροφή για σκέψη για το σχολείο γενικότερα. Στόχος μας είναι να εξετάσουμε αυτό το έργο κάτω από μια περιορισμένη – και ίσως λιγότερο αποδοτική – γωνία. Με τη βοήθεια των θεωρητικών συγγραμμάτων του Freinet – ιδιαίτερα το L’Education du Travail [Η Εκπαίδευση της εργασίας] (1947) και το L’Essai de psychologie sensible appliquée à l’éducation [Δοκίμιο  για μια ψυχολογία εφαρμοσμένη με ευαισθησία στην εκπαίδευση] το οποίο ήταν και το τελευταίο του βιβλίο – θα θέλαμε να αναλύσουμε τους σε βάθος πολιτικούς στόχους στις ρίζες αυτού του έργου. Αυτοί οι στόχοι συνοψίζονται με σαφήνεια από τον ίδιο τον Freinet σε μια λαϊκή φόρμουλα: επαναστατεί ενάντια στον «πολιτιστικό καπιταλισμό».

Προκειμένου αυτή η ανάλυση να γίνει πιο τεκμηριωμένη, θα φέρουμε αντιμέτωπο τον τρόπο που βλέπει ο Freinet το σχολείο με εκείνον ενός άλλου πρωταγωνιστή της γαλλικής σχολής πολιτικής της ίδιας περιόδου: τον ψυχολόγο Henri Wallon. Ο Freinet και ο Wallon συναντήθηκαν αρκετά αργά, γύρω στο 1950. Υιοθέτησαν αντίθετες απόψεις στο ζήτημα του ρόλου της ψυχολογίας που μπορεί να παίξει στο σχολείο και της σχέσης της με την παιδαγωγική. Αλλά αυτή η τεχνική διαφωνία αποκαλύπτει μια βαθύτερη διαφορά. Ο Freinet και ο Wallon έχουν διαφορετικές αντιλήψεις για το σχολείο, ιδιαίτερα για το ρόλο που παίζει στην κοινωνία. Μια σύντομη εισαγωγή για τον Wallon μπορεί να είναι χρήσιμη, καθώς είναι ίσως ακόμα λιγότερο γνωστός από τον Freinet στο βρετανικό κοινό. Ο Wallon (πέθανε το 1962) ήταν λίγο μεγαλύτερος από τον Freinet. Γεννήθηκε το 1872 από μία εύπορη δημοκρατική οικογένεια. Ο παππούς του, ένας δάσκαλος της ιστορίας που ήταν μαθητής του Michelet, συμμετείχε ενεργά στη γέννηση της Τρίτης Δημοκρατίας – σύμφωνα με την οποία δημιουργήθηκε το γαλλικό δημοτικό σχολείο [l’école primaire], το οποίο είναι δωρεάν, υποχρεωτικό και μη-θρησκευτικό. Ο Wallon σπούδασε φιλοσοφία στις αρχές του αιώνα, σε μια χώρα βαθιά διχασμένη από τη δίκη του Ντρέιφους. Αυτό τον οδήγησε να ενταχθεί στο σοσιαλιστικό κόμμα, του οποίου ηγέτης ήταν τότε ο Jaurès. Σκοπεύοντας να γίνει ψυχολόγος – η ψυχολογία στη Γαλλία εκείνη την εποχή ήταν ακόμη στα σπάργανα – ο Wallon ολοκλήρωσε τις φιλοσοφικές σπουδές του με κατάρτιση στην ιατρική και ψυχιατρική.  Ειδικεύτηκε στη ψυχολογία του παιδιού και του δόθηκε το 1936 – υπό το Front Populaire [Λαϊκό Μέτωπο – πολιτικό κόμμα] – μια θέση στην «Εκπαίδευση και ψυχολογία» στο Κολέγιο της Γαλλίας.

Είναι εύκολο να δει κανείς ότι τα πάντα διαχωρίζουν τον Wallon και τον Freinet: η αστική οικογένεια του πρώτου, το υπόβαθρό του στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και πάνω απ’ όλα, η υψηλή θέση του στην ιεραρχία του σχολικού συστήματος. Στον Freinet πάντα του άρεσε να περιγράφει τον εαυτό του ως «πρωτογενή». Παρ’ όλα αυτά, κάτι πολύ σημαντικό τους συνδέει: και οι δύο θαυμάζουν τη σοβιετική επανάσταση και πιστεύουν, όπως πολλοί διανοούμενοι της εποχής, ότι είναι το μέλλον της κοινωνίας. Σε αυτή τη νέα κοινωνία που θα έρθει, τα σχολεία πρέπει να είναι διαφορετικά. Αλλά παραδόξως, στο σημείο αυτό, οι δύο άνδρες αντιτίθενται μεταξύ τους. Μπορεί ίσως να αναρωτηθούμε σήμερα, μετά από το πέρασμα του χρόνου και μετά τις πρόσφατες πολιτικές αλλαγές, αν η διαμάχη μεταξύ του Freinet και του Wallon δεν ήταν ένα είδος πολιτικής παρεξήγησης. Στην αρχή, τουλάχιστον επιφανειακά, διαφωνούν για τη ψυχολογία. Ο Freinet, αφού στην αρχή της καριέρας του είχε ξεσηκωθεί ενάντια στις ψυχολογικές θεωρίες, οι οποίες επιβάλλουν την άποψή τους στους εκπαιδευτικούς, καταλήγει να εξασκεί αυτόν τον ασαφή τομέα. Γράφει όπως έχουμε δει, ένα βιβλίο για τη ψυχολογία. Πιο συγκεκριμένα, τείνει να μετατρέψει την παιδαγωγική σε ένα είδος ψυχολογίας. Σύμφωνα με τον ίδιο, το σχολείο και ο δάσκαλος πρέπει να «διαμορφώσουν την προσωπικότητα του παιδιού».

Ο Wallon δεν δέχεται αυτή την καταπάτηση του ενός πεδίου πάνω στο άλλο. Αντιθέτως, εάν επιθυμεί η ψυχολογία να παίξει κάποιο ρόλο στο σχολείο, είναι ένα ξεχωριστό και τεχνικό μέρος. Αυτό μπορεί να γίνει πιο σαφές με ένα παράδειγμα. Ο Wallon είναι ο συγγραφέας, με τον φυσικό Paul Langevin, ενός προγράμματος σχολικής μεταρρύθμισης. Το πρόγραμμα αυτό, γνωστό ως «σχέδιο Langevin – Wallon», δημοσιοποιήθηκε το 1947. Υποστηρίζει «ένα σύστημα, από το νηπιαγωγείο στο πανεπιστήμιο». Σε αυτό το σύστημα, το δημοτικό σχολείο – το οποίο ο Freinet θέλει να μετασχηματίσει – είναι μόνο ένα βήμα, έστω και αν είναι το πρώτο και το σημαντικότερο, σε ένα πολύ μεγαλύτερο θεσμό. Γι’ αυτό το έργο ξεκινά με ένα κοινό προγράμματα σπουδών για όλους τους μαθητές. Σ’ ένα δεύτερο κύκλο – από τα δώδεκα μέχρι τα δεκαπέντε περίπου – η διδασκαλία είναι διττή. Συνεχίζει με το κοινό πρόγραμμα σπουδών, αλλά προσθέτει πολλά προαιρετικά μαθήματα. Σε αυτό το επίπεδο, σύμφωνα με τoν Wallon, η ψυχολογία πρέπει να διαδραματίσει το ρόλο της για την επιλογή αυτή. Αυτός ο κύκλος ονομάζεται έτσι «κύκλος παρατήρησης». Κατά την άποψη του Wallon, η ψυχολογία θα πρέπει να επιτρέπει τον συντονισμό των ατομικών δεξιοτήτων αφενός με τα σχολικά μαθήματα και αφετέρου με τις δεξιότητες και τις τεχνικές ικανότητες που θα απαιτούνται αργότερα στην επαγγελματική ζωή. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο υποστηρίζει τον θεσμό του «σχολικού προσανατολισμού» – να μην συγχέεται με τον «επαγγελματικό προσανατολισμό», ο οποίος μπορεί να γίνει μόνο αργότερα και εκτός σχολείου. Τέλος, και αυτή είναι ίσως η πιο λεπτή διάκριση που πρέπει να γίνει, αυτός ο προσανατολισμός δεν πρέπει να περιοριστεί σε μια μόνο επιλογή. Στον τελευταίο σχολικό κύκλο, η διδασκαλία είναι εξειδικευμένη, χωρίς να είναι επαγγελματική κατάρτιση.

Δεν μπορεί κανείς να μη σκεφτεί ότι αυτό το έργο, το οποίο δεν τέθηκε ποτέ σε εφαρμογή, είναι περισσότερο ουτοπικό παρά πραγματικό. Προϋποθέτει την ικανότητα της ψυχολογίας να ανακαλύψει τα ενδιαφέροντα και τις δεξιότητες του ατόμου, το οποίο απέχει πολύ από το να αποδειχθεί. Πάνω απ’ όλα, θεωρεί δεδομένο ότι το σχολείο οδηγεί σε μια καλά καθορισμένη επαγγελματική ζωή. Ωστόσο, όσο εξωπραγματικό κι αν είναι, αυτό το πρόγραμμα βοηθά να συζητηθούν θέματα που είναι ιδιαίτερα σημαντικά σήμερα, όπως για παράδειγμα η «επαγγελματικοποίηση των πανεπιστημίων».

Όπως ήδη αναφέρθηκε, αυτή η διαφωνία σχετικά με την ψυχολογία κρύβει μια ακόμα πιο θεμελιώδη διαφωνία, για το δημοτικό σχολείο και το ρόλο του στην κοινωνία. Μεταξύ του Freinet και του Wallon, δύο ασυμβίβαστες αντιλήψεις για το δημοτικό σχολείο βρίσκονται σε αντίθεση. Για τον Wallon είναι το πρώτο βήμα για το πανεπιστήμιο. Το ζήτημα είναι να οργανωθεί με τέτοιο τρόπο ώστε το μέγιστο ποσοστό των μαθητών να επιτύχει αυτόν τον στόχο και πάνω απ’ όλα με τέτοιο τρόπο ώστε η επιτυχία τους να είναι δίκαιη και να μην βασίζεται μόνο στην οικογενειακή κατάσταση. Αυτή η προσπάθεια να καθιερωθεί η κατάρτιση είναι κληρονομιά του δέκατου όγδοου αιώνα και της Γαλλικής Επανάστασης. Τα σχολεία της Τρίτης Δημοκρατίας – υποχρεωτικά, ελεύθερα και μη θρησκευτικά – έχουν ως στόχο την επίτευξη αυτού του στόχου. Ο Freinet, αντίθετα, θεωρεί το δημοτικό σχολείο ως ξεχωριστή οντότητα. Επικρίνει τις μεθόδους του – τεχνητές, δογματικές και σχολαστικές μεθόδους – που δίνει στους μαθητές του αφύσικους τρόπους σκέψης και ομιλίας. Έτσι, ένα ολόκληρο κεφάλαιο στο βιβλίο Η Εκπαίδευση της εργασίας [L’Education du travail] είναι αφιερωμένο στο στιγματισμό του «ξεριζωμού» του παιδιού. Σε αυτό το επίπεδο ο Freinet μπορεί να βασιστεί σε μια ψυχολογία που δίνει έμφαση στην αυθόρμητη ανάπτυξη της νοημοσύνης, χωρίς καμία συμβολή από τη διδασκαλία και την απόκτηση της γνώσης.

Χρειάζεται να αποφευχθεί αυτός ο «ξεριζωμός» του παιδιού που υποστηρίζει ο Freinet για νέες παιδαγωγικές μεθόδους, όπως για παράδειγμα τα ελεύθερα κείμενα. Αυτές οι μέθοδοι έχουν πιθανώς τα καλά και κακά τους σημεία. Μπορεί να υπάρξει η απορία, για παράδειγμα, πώς και σε ποιο βαθμό είναι συμβατά με την πιο παραδοσιακή διδασκαλία του γυμνασίου και του πανεπιστημίου. Γιατί, εάν το δημοτικό σχολείο απομακρυνθεί πάρα πολύ από αυτές τις παραδοσιακές πρακτικές, δεν μπορεί να οδηγήσει τους μαθητές του σε αυτά τα υψηλότερα στάδια μάθησης. Η κριτική του Freinet προχωρά περισσότερο. Πολύ σύντομα απορρίπτει όλα τα είδη έντυπου υλικού, ειδικά τα βιβλία. Αυτή είναι η μορφή που έχει πάρει ο αγώνας ενάντια στον «πολιτιστικό καπιταλισμό». Κάποιος μπορεί να αναρωτηθεί: αυτή η κατάργηση των βιβλίων στο δημοτικό σχολείο – το σχολείο των παιδιών των αγροτών – δεν αποκλείει την κύρια πρόσβαση στον πολιτισμό γι’ αυτά τα παιδιά; Είναι σίγουρα ο μεγαλύτερος κίνδυνος της κάπως ρουσσωικής αναζήτησής του για μια μυθική «κατάσταση της φύσης». Παρουσιάσαμε το έργο του Freinet με κριτική ματιά. Αλλά δεν είναι αυτός ο τρόπος να μάθουμε απ’ αυτό; Οι ερωτήσεις σχετικά με το σχολείο και την εκπαίδευση αναπόφευκτα φέρνουν στο φως πολλές αντιφάσεις μεταξύ ατόμου και κοινωνίας, σχολείου και οικογένειας, εκπαίδευσης και διδασκαλίας κλπ. Ο Freinet είχε το πλεονέκτημα να προωθήσει όσο ήταν δυνατό τις αντιφάσεις αυτές, καθιστώντας αυτές πιο εμφανείς. Υπό αυτή την έννοια, το έργο του παραμένει η βάση για έναν προβληματισμό για το σχολείο, τόσο σήμερα όσο και χθες. (μετάφραση: Φωτεινή Δημοπούλου)

Υ.γ. Ο Henri Wallon και ο Celestin Freinet μεταφράζονται στη χώρα μας τη δεκαετία του ’50, τότε που συνομιλούν. Ο Wallon μεταφράζεται στο περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης» (1954 – 1967) με κείμενο που στέλνει αποκλειστικά για το περιοδικό. Τίτλος του «Εκπαίδευση και πολιτική στη Γαλλία τα τελευταία 150 χρόνια» (τχ. 13, 1956, σελ. 48 – 54). Ακολουθεί κι  ένα κείμενο γι’ αυτόν τη χρονιά του θανάτου του, το 1962. Όμως ο Celestin Freinet δεν μεταφράζεται καθόλου για το περιοδικό. Η παιδαγωγική του δημοσιεύεται σε άλλα περιοδικά που φιλοξενούν και τον Wallon, όπως το «Νέο σχολείο» (1950 – 1970) του Χάρη Πάτση. Αν σκεφτούμε πως το περιοδικό αυτό κάνει αφιερώματα στον Δημήτρη Γληνό, τον Μιχάλη Παπαμαύρο, την παιδεία της αντίστασης κι έχει κείμενα της Ρόζας Ιμβριώτη τότε ο Wallon  με το κείμενό  του μπορεί να διαβαστεί ως οι παράλληλοι δρόμοι της Γαλλίας με την Ελλάδα. Ο διάλογος που μεταφράζεται εδώ γίνεται για πρώτη φορά στη χώρα μας. Μπορούμε να δούμε όψεις του προβληματισμού μας για την εκπαίδευση στη χώρα μας και στους δυο παιδαγωγούς. Η παιδαγωγική όμως του Freinet παραμένει συντροφικά ριζοσπαστική. Ο αγώνας για την μόρφωση δεν διαχωρίζεται από τον αγώνα για την αυτοδιαχείριση. Δεν φτάνει να έχουμε βιβλία για τα παιδιά, θέλουμε τα βιβλία των παιδιών. Δεν φτάνουν οι πανεπιστημιακές σπουδές των δασκάλων, θέλουμε μια κοινωνική παραγωγική που θα ξεπερνά τα όρια του σχολείου και θα αγγίζει τις παιδαγωγικές αποστολές του παρελθόντος δεν θέλουμε ένα σχολείο – βαθμίδα αλλά ένα αυτοτελές εργαστήρι ζωής που δεν φοβάται αυτό που φοβάται ο Wallon – τη σχολική αποτυχία. [Μπάμπης Μπαλτάς, 9/6/2020]

ΟΙ ΝΑΖΙ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ!


Φίλοι και φίλες, συναδέλφισσες και συνάδελφοι,


Αυτή η Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2020 είναι μια ιστορική μέρα γιατί ολοκληρώνεται η δίκη της Χρυσής Αυγής με την απαγγελία της ετυμηγορίας του τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων.

Είναι σημαντικό να είμαστε όλοι/όλες εκεί, έξω από το δικαστήριο, για να διατρανώσουμε το μήνυμα προς κάθε κατεύθυνση (και ειδικά σε εκείνους τους πολιτικούς, δημοσιογράφους και κρατικούς θεσμούς που χάιδεψαν το φίδι του φασισμού και ελάχιστα πρόβαλαν αυτή την ξεχωριστή δίκη) ότι η κοινωνία δεν ξεχνά τη νεοναζιστική βαρβαρότητα και απεχθάνεται τη βία, τη μισαλλοδοξία, το ρατσισμό, την ξενοφοβία.


Οι εκπαιδευτικές ομοσπονδίες (ΔΟΕ, ΟΛΜΕ) και η ΑΔΕΔΥ προκήρυξαν εκείνη την μέρα διαδοχικές στάσεις εργασίας από τις 08:00 το πρωί ως την λήξη του ωραρίου για να διευκολύνουν τους/τις εκπαιδευτικούς που το επιθυμούν να δώσουν το παρόν στη συγκέντρωση.


Σας καλούμε εκ μέρους της παιδαγωγικής ομάδας «Το Σκασιαρχείο» να είμαστε όλοι/όλες εκεί για να βροντοφωνάξουμε ότι ο φασισμός δεν θα περάσει και ότι στα σχολεία μας δίνουμε κάθε μέρα και θα συνεχίσουμε με πείσμα να δίνουμε τη μάχη να μη διαδοθεί το δηλητήριο του ρατσισμού και της μισαλλοδοξίας στην κοινωνία μας.


ΟΙ ΝΑΖΙ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ – ΟΛΑ ΤΑ ΠΡΟΣΦΥΓΑΚΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΣΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ !
ΟΙ ΝΑΖΙ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ – ΟΛΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΖΙ !
Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙ !

Ραντεβού την Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2020, ώρα 10:30 το πρωί έξω από την Τράπεζα Πειραιώς, στην Λεωφόρο Αλεξάνδρας, δίπλα ακριβώς στο Μετρό Αμπελοκήπων.

Το Δ.Σ. του Σκασιαρχείου

Ράδιο Βατόλακκος: Το μαθητικό ραδιόφωνο στο μονοθέσιο σχολείο

Ελένη Ζαχαριάδου, Δημοτικό Σχολείο Βατόλακκου

dimvatolakos.blogspot.com

Το Δημοτικό Σχολείο Βατόλακκου λειτουργεί ως μονοθέσιο στα Χανιά.  Οι μαθητές και μαθήτριές του είναι αρκετά εξοικειωμένοι με διάφορες τεχνικές του Σελεστίν Φρενέ: Τι νέα; Ελεύθερο κείμενο, συνέλευση, κινηματογράφος, εφημερίδα κ.ά.

Το ραδιόφωνο ως εργαλείο συνδυάστηκε από τον Φρενέ με τον κινηματογράφο και το τυπογραφείο. Είναι ένα άνοιγμα προς την κοινότητα, μια ευκαιρία αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον (Μπαλτάς, 2020). Μεγάλο βήμα για την εισαγωγή του ραδιοφώνου στα ελληνικά σχολεία ήταν το Ευρωπαϊκό Μαθητικό Ραδιόφωνο (ESR), που λειτουργεί από το 2010 (ως εξέλιξη μαθητικών ραδιοφώνων του Γυμνασίου Εκάλης και του Λυκείου Καμπάνη Κιλκίς). Σήμερα όλοι οι μαθητές των σχολείων της Ελλάδας και άλλων χωρών μπορούν να εκπέμπουν διαδικτυακά (European School Radio, χ.χ.).

Την άνοιξη του 2020, λόγω πανδημίας, δημιουργήθηκε μεγάλη ανάγκη για επικοινωνία από απόσταση. Οι ραδιοφωνικές εκπομπές αποδείχτηκαν πολύ ενδιαφέρουσες για τα παιδιά σε συναισθηματικό και σε γνωστικό επίπεδο.

Προτάθηκαν στους μαθητές διάφορα θέματα και ενδεικτικές ερωτήσεις, στις οποίες μπορούσαν να παρέμβουν όπως ήθελαν. Τα βασικά δομικά στοιχεία μιας εκπομπής, κοινά για όλα τα θέματα ήταν:

  • καλωσόρισμα
  • εισαγωγή, ανάπτυξη και κλείσιμο του θέματος
  • αποχαιρετισμός
  • μουσική

Η μαθήτρια της Α΄ τάξης, που τόλμησε την πρώτη απόπειρα, σκέφτηκε ένα δικό της θέμα: “Το αγαπημένο μου φαγητό”, μια εκπομπή μαγειρικής. Η προετοιμασία της εκπομπής έγινε στο σπίτι με τη βοήθεια της οικογένειας του παιδιού. Η ηχογράφηση στάλθηκε στο σχολείο και το τελικό έργο δημοσιεύτηκε στο Ευρωπαϊκό Μαθητικό Ραδιόφωνο στη διεύθυνση:

 http://europeanschoolradio.eu/el/archives/production/4173 .

Η δεύτερη εκπομπή της ήταν εμπνευσμένη από την εθελοντική δράση του μη κερδοσκοπικού οργανισμού “Διαβάζω για τους άλλους” και τη δράση του ESR “Χαρίζω τη φωνή μου” για το 7ο Φεστιβάλ Μαθητικού Ραδιοφώνου (η τελευταία ματαιώθηκε λόγω πανδημίας).  Η μαθήτρια παρουσίασε ένα ποίημα και το ηχογράφησε συνδυάζοντάς το με μουσική.

Καθώς η πρόσβαση στην εξ’ αποστάσεως εκπαίδευση δεν ήταν δεδομένη για τα περισσότερα παιδιά, κατά την επιστροφή μας στα θρανία, τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς, όσοι άκουσαν τις εκπομπές για πρώτη φορά ενθουσιάστηκαν. Ακολούθησε η παραγωγή δύο επιπλέον εκπομπών από τη Δ΄ τάξη, για τα αγαπημένα τους παιχνίδια Λέγκο και τη Φρουτοπία του Ευγένιου Τριβιζά.

Συμπεράσματα

Οι μαθητικές εκπομπές είναι “ραδιοφωνικά ελεύθερα κείμενα”, όπου τα παιδιά επιλέγουν το θέμα και απευθύνονται σε ένα ευρύ ακροατήριο. Διαλέγουν μουσική και εκφράζονται δημιουργικά. Είτε κάνουν ανάγνωση κειμένου με νόημα είτε παρουσιάζουν το θέμα προφορικά (μετά από γραπτή προετοιμασία), αναδεικνύουν και στις δύο περιπτώσεις τα ταλέντα τους ως παραγωγοί, αναγνώστες και εμψυχωτές. Εμπνέονται από το οικογενειακό και από το σχολικό περιβάλλον και συνδέονται με την κοινότητα, εργαζόμενα άλλοτε ατομικά και άλλοτε συνεργατικά.

Η χαρακτηριστική φράση μαθήτριας την τελευταία μέρα του σχολείου φανερώνει τι σημαίνει το μαθητικό ραδιόφωνο: “Τι κρίμα που δεν προλαβαίνουμε να κάνουμε κι άλλες εκπομπές.” Κι είναι αυτό αρκετό για να κάνουμε ό,τι είναι δυνατό, ώστε το ραδιόφωνο να καθιερωθεί στο πρόγραμμα του επόμενου σχολικού έτους.

Βιβλιογραφικές αναφορές

Μπαλτάς, Χ. (2020). Ραδιόφωνο, Παιδαγωγική και κοινότητα: Κάνοντας παιδικές εκπομπές με “Τα θρανία της άνοιξης”. Ανακτήθηκε από https://www.alfavita.gr/ekpaideysi/322215_radiofono-paidagogiki-kai-koinotita-kanontas-paidikes-ekpompes-me-ta-thrania-tis%3famp

European School Radio (χ.χ.). Προφίλ ESR και ιστορία. Ανακτήθηκε από: europeanschoolradio.eu/el/profileesr

Ο διάλογος Freinet και Wallon – Ο ρόλος που διαδραματίζει η ψυχολογία στο σχολείο

Liliane MAURY, Εθνικό Κέντρο Επιστημονικής Έρευνας – Παρίσι

Το παιδαγωγικό έργο του Freinet παρά την εσωτερική του συνέχεια, μπορεί να μελετηθεί από πολλές απόψεις. Για παράδειγμα, το παιδαγωγικό του πείραμα μπορεί να μελετηθεί από μόνο του, όπως αναπτύχθηκε μεταξύ του 1920 και του 1933. Αυτό έγινε από τη σύζυγο του Freinet – την Elise Freinet – σε δύο βιβλία που δημοσιεύθηκαν στη δεκαετία του ’70: L’école Freinet, réserve d’enfants [Το σχολείο Freinet, η κράτηση των παιδιών] και La naissance d’une pédagogie populaire [Η γέννηση μιας λαϊκής παιδαγωγικής]. Μπορεί επίσης να μελετηθεί η παιδαγωγική συμβολή του Freinet, ιδιαίτερα η πολύ πρωτότυπη ενεργός μέθοδος που ανέπτυξε, ξεκινώντας από τη χρήση του σχολικού τυπογραφείου. Από αυτή την αυστηρά παιδαγωγική και θεσμική άποψη, η συμβολή του Freinet δεν μπορεί να αγνοηθεί. Τα έντυπα της «Βιβλιοθήκης Εργασίας» [«Bibliothèque de Travail»] αποτελούν ένα πολύτιμο εργαλείο για τους δασκάλους των δημοτικών σχολείων, ακόμη και των σχολείων της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Τέλος, είναι δυνατή και η εξέλιξη του «κινήματος Freinet» στη διάρκειά της προσαρμοζόμενη στις νέες σχολικές συνθήκες.

Όλα αυτά αποδεικνύουν τον πλούτο της παιδαγωγικής προσπάθειας που, αν και τοποθετείται ακριβώς στο χώρο και το χρόνο – πραγματοποιήθηκε στη Γαλλία μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου- εξακολουθεί να δίνει τροφή για σκέψη για το σχολείο γενικότερα. Στόχος μας είναι να εξετάσουμε αυτό το έργο κάτω από μια περιορισμένη – και ίσως λιγότερο αποδοτική – γωνία. Με τη βοήθεια των θεωρητικών συγγραμμάτων του Freinet – ιδιαίτερα το L’Education du Travail [Η Εκπαίδευση της εργασίας] (1947) και το L’Essai de psychologie sensible appliquée à l’éducation [Δοκίμιο  για μια ψυχολογία εφαρμοσμένη με ευαισθησία στην εκπαίδευση] το οποίο ήταν και το τελευταίο του βιβλίο – θα θέλαμε να αναλύσουμε τους σε βάθος πολιτικούς στόχους στις ρίζες αυτού του έργου. Αυτοί οι στόχοι συνοψίζονται με σαφήνεια από τον ίδιο τον Freinet σε μια λαϊκή φόρμουλα: επαναστατεί ενάντια στον «πολιτιστικό καπιταλισμό».

Προκειμένου αυτή η ανάλυση να γίνει πιο τεκμηριωμένη, θα φέρουμε αντιμέτωπο τον τρόπο που βλέπει ο Freinet το σχολείο με εκείνον ενός άλλου πρωταγωνιστή της γαλλικής σχολής πολιτικής της ίδιας περιόδου: τον ψυχολόγο Henri Wallon. Ο Freinet και ο Wallon συναντήθηκαν αρκετά αργά, γύρω στο 1950. Υιοθέτησαν αντίθετες απόψεις στο ζήτημα του ρόλου της ψυχολογίας που μπορεί να παίξει στο σχολείο και της σχέσης της με την παιδαγωγική. Αλλά αυτή η τεχνική διαφωνία αποκαλύπτει μια βαθύτερη διαφορά. Ο Freinet και ο Wallon έχουν διαφορετικές αντιλήψεις για το σχολείο, ιδιαίτερα για το ρόλο που παίζει στην κοινωνία. Μια σύντομη εισαγωγή για τον Wallon μπορεί να είναι χρήσιμη, καθώς είναι ίσως ακόμα λιγότερο γνωστός από τον Freinet στο βρετανικό κοινό. Ο Wallon (πέθανε το 1962) ήταν λίγο μεγαλύτερος από τον Freinet. Γεννήθηκε το 1872 από μία εύπορη δημοκρατική οικογένεια. Ο παππούς του, ένας δάσκαλος της ιστορίας που ήταν μαθητής του Michelet, συμμετείχε ενεργά στη γέννηση της Τρίτης Δημοκρατίας – σύμφωνα με την οποία δημιουργήθηκε το γαλλικό δημοτικό σχολείο [l’école primaire], το οποίο είναι δωρεάν, υποχρεωτικό και μη-θρησκευτικό. Ο Wallon σπούδασε φιλοσοφία στις αρχές του αιώνα, σε μια χώρα βαθιά διχασμένη από τη δίκη του Ντρέιφους. Αυτό τον οδήγησε να ενταχθεί στο σοσιαλιστικό κόμμα, του οποίου ηγέτης ήταν τότε ο Jaurès. Σκοπεύοντας να γίνει ψυχολόγος – η ψυχολογία στη Γαλλία εκείνη την εποχή ήταν ακόμη στα σπάργανα – ο Wallon ολοκλήρωσε τις φιλοσοφικές σπουδές του με κατάρτιση στην ιατρική και ψυχιατρική.  Ειδικεύτηκε στη ψυχολογία του παιδιού και του δόθηκε το 1936 – υπό το Front Populaire [Λαϊκό Μέτωπο – πολιτικό κόμμα] – μια θέση στην «Εκπαίδευση και ψυχολογία» στο Κολέγιο της Γαλλίας.

Είναι εύκολο να δει κανείς ότι τα πάντα διαχωρίζουν τον Wallon και τον Freinet: η αστική οικογένεια του πρώτου, το υπόβαθρό του στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και πάνω απ’ όλα, η υψηλή θέση του στην ιεραρχία του σχολικού συστήματος. Στον Freinet πάντα του άρεσε να περιγράφει τον εαυτό του ως «πρωτογενή». Παρ’ όλα αυτά, κάτι πολύ σημαντικό τους συνδέει: και οι δύο θαυμάζουν τη σοβιετική επανάσταση και πιστεύουν, όπως πολλοί διανοούμενοι της εποχής, ότι είναι το μέλλον της κοινωνίας. Σε αυτή τη νέα κοινωνία που θα έρθει, τα σχολεία πρέπει να είναι διαφορετικά. Αλλά παραδόξως, στο σημείο αυτό, οι δύο άνδρες αντιτίθενται μεταξύ τους. Μπορεί ίσως να αναρωτηθούμε σήμερα, μετά από το πέρασμα του χρόνου και μετά τις πρόσφατες πολιτικές αλλαγές, αν η διαμάχη μεταξύ του Freinet και του Wallon δεν ήταν ένα είδος πολιτικής παρεξήγησης. Στην αρχή, τουλάχιστον επιφανειακά, διαφωνούν για τη ψυχολογία. Ο Freinet, αφού στην αρχή της καριέρας του είχε ξεσηκωθεί ενάντια στις ψυχολογικές θεωρίες, οι οποίες επιβάλλουν την άποψή τους στους εκπαιδευτικούς, καταλήγει να εξασκεί αυτόν τον ασαφή τομέα. Γράφει όπως έχουμε δει, ένα βιβλίο για τη ψυχολογία. Πιο συγκεκριμένα, τείνει να μετατρέψει την παιδαγωγική σε ένα είδος ψυχολογίας. Σύμφωνα με τον ίδιο, το σχολείο και ο δάσκαλος πρέπει να «διαμορφώσουν την προσωπικότητα του παιδιού».

Ο Wallon δεν δέχεται αυτή την καταπάτηση του ενός πεδίου πάνω στο άλλο. Αντιθέτως, εάν επιθυμεί η ψυχολογία να παίξει κάποιο ρόλο στο σχολείο, είναι ένα ξεχωριστό και τεχνικό μέρος. Αυτό μπορεί να γίνει πιο σαφές με ένα παράδειγμα. Ο Wallon είναι ο συγγραφέας, με τον φυσικό Paul Langevin, ενός προγράμματος σχολικής μεταρρύθμισης. Το πρόγραμμα αυτό, γνωστό ως «σχέδιο Langevin – Wallon», δημοσιοποιήθηκε το 1947. Υποστηρίζει «ένα σύστημα, από το νηπιαγωγείο στο πανεπιστήμιο». Σε αυτό το σύστημα, το δημοτικό σχολείο – το οποίο ο Freinet θέλει να μετασχηματίσει – είναι μόνο ένα βήμα, έστω και αν είναι το πρώτο και το σημαντικότερο, σε ένα πολύ μεγαλύτερο θεσμό. Γι’ αυτό το έργο ξεκινά με ένα κοινό προγράμματα σπουδών για όλους τους μαθητές. Σ’ ένα δεύτερο κύκλο – από τα δώδεκα μέχρι τα δεκαπέντε περίπου – η διδασκαλία είναι διττή. Συνεχίζει με το κοινό πρόγραμμα σπουδών, αλλά προσθέτει πολλά προαιρετικά μαθήματα. Σε αυτό το επίπεδο, σύμφωνα με τoν Wallon, η ψυχολογία πρέπει να διαδραματίσει το ρόλο της για την επιλογή αυτή. Αυτός ο κύκλος ονομάζεται έτσι «κύκλος παρατήρησης». Κατά την άποψη του Wallon, η ψυχολογία θα πρέπει να επιτρέπει τον συντονισμό των ατομικών δεξιοτήτων αφενός με τα σχολικά μαθήματα και αφετέρου με τις δεξιότητες και τις τεχνικές ικανότητες που θα απαιτούνται αργότερα στην επαγγελματική ζωή. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο υποστηρίζει τον θεσμό του «σχολικού προσανατολισμού» – να μην συγχέεται με τον «επαγγελματικό προσανατολισμό», ο οποίος μπορεί να γίνει μόνο αργότερα και εκτός σχολείου. Τέλος, και αυτή είναι ίσως η πιο λεπτή διάκριση που πρέπει να γίνει, αυτός ο προσανατολισμός δεν πρέπει να περιοριστεί σε μια μόνο επιλογή. Στον τελευταίο σχολικό κύκλο, η διδασκαλία είναι εξειδικευμένη, χωρίς να είναι επαγγελματική κατάρτιση.

Δεν μπορεί κανείς να μη σκεφτεί ότι αυτό το έργο, το οποίο δεν τέθηκε ποτέ σε εφαρμογή, είναι περισσότερο ουτοπικό παρά πραγματικό. Προϋποθέτει την ικανότητα της ψυχολογίας να ανακαλύψει τα ενδιαφέροντα και τις δεξιότητες του ατόμου, το οποίο απέχει πολύ από το να αποδειχθεί. Πάνω απ’ όλα, θεωρεί δεδομένο ότι το σχολείο οδηγεί σε μια καλά καθορισμένη επαγγελματική ζωή. Ωστόσο, όσο εξωπραγματικό κι αν είναι, αυτό το πρόγραμμα βοηθά να συζητηθούν θέματα που είναι ιδιαίτερα σημαντικά σήμερα, όπως για παράδειγμα η «επαγγελματικοποίηση των πανεπιστημίων».

Όπως ήδη αναφέρθηκε, αυτή η διαφωνία σχετικά με την ψυχολογία κρύβει μια ακόμα πιο θεμελιώδη διαφωνία, για το δημοτικό σχολείο και το ρόλο του στην κοινωνία. Μεταξύ του Freinet και του Wallon, δύο ασυμβίβαστες αντιλήψεις για το δημοτικό σχολείο βρίσκονται σε αντίθεση. Για τον Wallon είναι το πρώτο βήμα για το πανεπιστήμιο. Το ζήτημα είναι να οργανωθεί με τέτοιο τρόπο ώστε το μέγιστο ποσοστό των μαθητών να επιτύχει αυτόν τον στόχο και πάνω απ’ όλα με τέτοιο τρόπο ώστε η επιτυχία τους να είναι δίκαιη και να μην βασίζεται μόνο στην οικογενειακή κατάσταση. Αυτή η προσπάθεια να καθιερωθεί η κατάρτιση είναι κληρονομιά του δέκατου όγδοου αιώνα και της Γαλλικής Επανάστασης. Τα σχολεία της Τρίτης Δημοκρατίας – υποχρεωτικά, ελεύθερα και μη θρησκευτικά – έχουν ως στόχο την επίτευξη αυτού του στόχου. Ο Freinet, αντίθετα, θεωρεί το δημοτικό σχολείο ως ξεχωριστή οντότητα. Επικρίνει τις μεθόδους του – τεχνητές, δογματικές και σχολαστικές μεθόδους – που δίνει στους μαθητές του αφύσικους τρόπους σκέψης και ομιλίας. Έτσι, ένα ολόκληρο κεφάλαιο στο βιβλίο Η Εκπαίδευση της εργασίας [L’Education du travail] είναι αφιερωμένο στο στιγματισμό του «ξεριζωμού» του παιδιού. Σε αυτό το επίπεδο ο Freinet μπορεί να βασιστεί σε μια ψυχολογία που δίνει έμφαση στην αυθόρμητη ανάπτυξη της νοημοσύνης, χωρίς καμία συμβολή από τη διδασκαλία και την απόκτηση της γνώσης.

Χρειάζεται να αποφευχθεί αυτός ο «ξεριζωμός» του παιδιού που υποστηρίζει ο Freinet για νέες παιδαγωγικές μεθόδους, όπως για παράδειγμα τα ελεύθερα κείμενα. Αυτές οι μέθοδοι έχουν πιθανώς τα καλά και κακά τους σημεία. Μπορεί να υπάρξει η απορία, για παράδειγμα, πώς και σε ποιο βαθμό είναι συμβατά με την πιο παραδοσιακή διδασκαλία του γυμνασίου και του πανεπιστημίου. Γιατί, εάν το δημοτικό σχολείο απομακρυνθεί πάρα πολύ από αυτές τις παραδοσιακές πρακτικές, δεν μπορεί να οδηγήσει τους μαθητές του σε αυτά τα υψηλότερα στάδια μάθησης. Η κριτική του Freinet προχωρά περισσότερο. Πολύ σύντομα απορρίπτει όλα τα είδη έντυπου υλικού, ειδικά τα βιβλία. Αυτή είναι η μορφή που έχει πάρει ο αγώνας ενάντια στον «πολιτιστικό καπιταλισμό». Κάποιος μπορεί να αναρωτηθεί: αυτή η κατάργηση των βιβλίων στο δημοτικό σχολείο – το σχολείο των παιδιών των αγροτών – δεν αποκλείει την κύρια πρόσβαση στον πολιτισμό γι’ αυτά τα παιδιά; Είναι σίγουρα ο μεγαλύτερος κίνδυνος της κάπως ρουσσωικής αναζήτησής του για μια μυθική «κατάσταση της φύσης». Παρουσιάσαμε το έργο του Freinet με κριτική ματιά. Αλλά δεν είναι αυτός ο τρόπος να μάθουμε απ’ αυτό; Οι ερωτήσεις σχετικά με το σχολείο και την εκπαίδευση αναπόφευκτα φέρνουν στο φως πολλές αντιφάσεις μεταξύ ατόμου και κοινωνίας, σχολείου και οικογένειας, εκπαίδευσης και διδασκαλίας κλπ. Ο Freinet είχε το πλεονέκτημα να προωθήσει όσο ήταν δυνατό τις αντιφάσεις αυτές, καθιστώντας αυτές πιο εμφανείς. Υπό αυτή την έννοια, το έργο του παραμένει η βάση για έναν προβληματισμό για το σχολείο, τόσο σήμερα όσο και χθες. (μετάφραση: Φωτεινή Δημοπούλου)

  • Υ.γ. Ο Henri Wallon και ο Celestin Freinet μεταφράζονται στη χώρα μας τη δεκαετία του ’50, τότε που συνομιλούν. Ο Wallon μεταφράζεται στο περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης» (1954 – 1967) με κείμενο που στέλνει αποκλειστικά για το περιοδικό. Τίτλος του «Εκπαίδευση και πολιτική στη Γαλλία τα τελευταία 150 χρόνια» (τχ. 13, 1956, σελ. 48 – 54). Ακολουθεί κι  ένα κείμενο γι’ αυτόν τη χρονιά του θανάτου του, το 1962. Όμως ο Celestin Freinet δεν μεταφράζεται καθόλου για το περιοδικό. Η παιδαγωγική του δημοσιεύεται σε άλλα περιοδικά που φιλοξενούν και τον Wallon, όπως το «Νέο σχολείο» (1950 – 1970) του Χάρη Πάτση. Αν σκεφτούμε πως το περιοδικό αυτό κάνει αφιερώματα στον Δημήτρη Γληνό, τον Μιχάλη Παπαμαύρο, την παιδεία της αντίστασης κι έχει κείμενα της Ρόζας Ιμβριώτη τότε ο Wallon  με το κείμενό  του μπορεί να διαβαστεί ως οι παράλληλοι δρόμοι της Γαλλίας με την Ελλάδα. Ο διάλογος που μεταφράζεται εδώ γίνεται για πρώτη φορά στη χώρα μας. Μπορούμε να δούμε όψεις του προβληματισμού μας για την εκπαίδευση στη χώρα μας και στους δυο παιδαγωγούς. Η παιδαγωγική όμως του Freinet παραμένει συντροφικά ριζοσπαστική. Ο αγώνας για την μόρφωση δεν διαχωρίζεται από τον αγώνα για την αυτοδιαχείριση. Δεν φτάνει να έχουμε βιβλία για τα παιδιά, θέλουμε τα βιβλία των παιδιών. Δεν φτάνουν οι πανεπιστημιακές σπουδές των δασκάλων, θέλουμε μια κοινωνική παραγωγική που θα ξεπερνά τα όρια του σχολείου και θα αγγίζει τις παιδαγωγικές αποστολές του παρελθόντος δεν θέλουμε ένα σχολείο – βαθμίδα αλλά ένα αυτοτελές εργαστήρι ζωής που δεν φοβάται αυτό που φοβάται ο Wallon – τη σχολική αποτυχία. [Μπάμπης Μπαλτάς, 9/6/2020]

«Τα Γκραβάκια»

132ο Δημοτικό Σχολείο Αθηνών – τάξη Δ2

Αύριο ξαναγυρίζουμε στο σχολείο, μετά από δυόμιση μήνες. Πάνω στα θρανία θα μας περιμένει το 5ο φύλλο της εφημερίδας μας με τίτλο «τα Γκραβάκια στο σπίτι» . Ότι έχει γραφτεί σε αυτό το φύλλο, γράφτηκε όταν ήμασταν κλεισμένοι στα σπίτια μας λόγω του κορονοϊου.

Τα Γκραβάκια εκδίδονται εδώ και δυο χρόνια, στο 132ο Δημοτικό Σχολείο Αθηνών. Από πέρσι ξεκίνησαν τα παιδιά, τότε της Τρίτης τάξης, να γράφουν κείμενα, να τα εικονογραφούν, να τα διαβάζουν, να τα ψηφίζουν για να καταλήξουν στην εφημερίδα μας. Έμαθαν να δουλεύουν ομαδικά για το στήσιμο των σελίδων και να γεμίζουν με ζωγραφιές τους άδειους χώρους, ή να ψάχνουν κάτι ακόμα για να ομορφύνει η εφημερίδα μας.

Το πέμπτο τεύχος έγινε κάπως διαφορετικά.

Όταν βρεθήκαμε σε καραντίνα, κάπως ξαφνικά, αφήσαμε το σχολείο.

Έψαχνα με ποιο τρόπο θα συνεχίσουμε την επικοινωνία με τα παιδιά. Επικοινωνούσαμε από το τηλέφωνο κι από τον υπολογιστή, με διάφορους τρόπους κοινωνικής δικτύωσης (βάιπερ, γουτσαπ).

Στην αρχή γράφαμε πώς νιώθουμε, πώς είναι οι μέρες στο σπίτι και με τον τρόπο αυτό εκφραστήκαμε γι αυτό που μας συμβαίνει. Χρόνος Ενεστώτας με διάρκεια, μιας κι οι μέρες φαίνονταν ίδιες και πολύ σύντομα μας έλειπαν οι φίλοι και το σχολείο.

Η ιδέα να γράφουμε κείμενα για τα Γκραβάκια εμφανίστηκε πολύ σύντομα. Γράφαμε τα κείμενα, τα παιδιά τα φωτογράφιζαν και μου τα έστελναν με την ένδειξη «για την εφημερίδα». Παράλληλα αρχίσαμε να διαβάζουμε βιβλία. Ολοκληρώσαμε κάποια που είχαμε ήδη ξεκινήσει να δουλεύουμε στην τάξη και συνεχίσαμε να δουλεύουμε πάνω στο βιβλίο του Μάριο Λόντι «Τσιπί, μια ιστορία από τα θρανία», μια ιδέα που ήταν προγραμματισμένη να γίνει στην τάξη.

Έτσι αρχίσαμε να διαβάζουμε την ιστορία του Τσιπί, λίγες – λίγες σελίδες κάθε φορά και να προβληματιζόμαστε τι είναι το ένα και τι είναι το άλλο. Σιγά – σιγά μπήκε η ιδέα να ζωγραφίζουν τα παιδιά κάτι σχετικό με το βιβλίο, έτσι έγινε το κόμικ. Τι είναι η μαύρη τρύπα, τι είναι η μπάλα της φωτιάς, τι είναι η ασημένια κορδέλα; Τι βλέπει ο Τσίπι από ψηλά;

Τα παιδιά, φωτογράφιζαν και μου έστελναν τις περιπέτειες του Τσιπί σε κόμικ. Εγώ τα μάζεψα και κάποια από αυτά είναι ήδη στην εφημερίδα μας!

Στην τάξη μας περιμένει η συνέχεια!

Μαρία Καντούρου

Τα Κύθηρα, ο Φρενέ και η δύναμη της συγκυρίας

της Αγγελικής Κάρκαλου

Εκ πρώτης όψεως, φαίνονται τόσο ασύνδετα μεταξύ τους. Από τη μία τα Κύθηρα, το αγαπημένο νησί που βρήκε τον τρόπο να ριζώσει μέσα μου, ως το σημείο να τολμήσω να το αποκαλέσω «τόπο μου». Από την άλλη ο Φρενέ, ο μεγάλος  Γάλλος παιδαγωγός που εμφανίστηκε λες κι από το πουθενά στη σκέψη και την καθημερινότητά μου. Κάπου ανάμεσά τους η δύναμη της συγκυρίας. Το κλείσιμο ενός κύκλου ζωής, το άνοιγμα ενός νέου. Έψαξα πολύ να βρω ένα κοινό σημείο επαφής ανάμεσά τους. Όχι για άλλον λόγο, μα για να μπορέσω ευκολότερα τη μετάβαση από τον πολύτιμο αυτόν κύκλο που ολοκληρώνεται στον καινούργιο που ανοίγεται μπροστά μου. Μόνο μια λέξη κατάφερα να βρω που να έχει τη δύναμη να τα χωράει και τα δύο, τα Κύθηρα και τον Φρενέ:  Ουτοπία.

Για τα Κύθηρα

Το νησί της Ουρανίας Αφροδίτης, του πνευματικού έρωτα, κατά τον Ησίοδο. Το νησί που συμβολίζει το ιδεατό, κατά τους Γάλλους  ποιητές. Το νησί της ουτοπίας, στον αντίποδα της καβαφικής Ιθάκης. Ένα νησί που χαράχτηκε ανεξίτηλα μέσα σε όσους από εμάς επιλέξαμε να το αποκαλούμε «τόπο μας», σαν βγαλμένο από τους στίχους του Μπωντλαίρ , του Ουράνη ή  – ακόμα καλύτερα –  του Πάνου Φύλλη:

«Ας τους κι ας λένε πως ονείρατα και πράξη
έχουν χωρίσει και δε ζούνε ταιριασμένα.
Δεν θ’ αξιωθήκαν ως τα Κύθηρα ταξίδι!»

Δέκα ολόκληρα χρόνια κομμάτι αυτού του τόπου, με τον έναν τρόπο ή τον άλλο. Εκ των οποίων τα 8 δίδαξα ως δασκάλα στο ένα από τα 2 εξαθέσια Δημοτικά Σχολεία του νησιού.  Είχε προηγηθεί το βάπτισμα του πυρός στο Πέραμα, τα μονοθέσια του Καβοντόρου, τα «μωρέλια» της Στύψης. Κάπου ενδιάμεσα μια σύντομη επιστροφή στη γενέτειρα Θεσσαλονίκη. Μα εδώ στα Κύθηρα η ουτοπία που κουβαλούσα μέσα μου ήρθε και ρίζωσε, τρέφοντας κι αναζωπυρώνοντας το  βαθιά δημιουργικό μου κομμάτι. Άνθρωποι συνηθισμένοι κι άνθρωποι ασυνήθιστοι. Άνθρωποι ξεχωριστοί. Με τα καλά και με τα στραβά τους. Στιγμές, εικόνες, χρώματα, μουσικές, στίχοι, ανατολές, ηλιοβασιλέματα. Και συναισθήματα που βιώνονται εντονότερα, κάτω από έναν αδιόρατο μεγεθυντικό φακό, που θαρρείς πως περιβάλλει νοητά  την κλειστή αυτή μικρή κοινωνία.

Μέσα στην τάξη, διδάχθηκα τόσα πολλά από τα παιδιά. Μου έμαθαν, ας πούμε, τι γεύση έχουν τα συναισθήματα ή πόσο γρήγορα μπορεί να εξαφανίζεται μία φραντζόλα ψωμί. Πώς να φτιάχνω ιστορίες με τα σύννεφα, εικόνες με τα βότσαλα, αυτοσχέδια καραβάκια που κινούνται από μόνα τους. Μου έδειξαν κάποια δέντρα που μοιάζουν με την τρίαινα του Ποσειδώνα κι άλλα που μοιάζουν με πιρούνες για το κρέας. Έμαθα ακόμα πως ο Δον Κιχώτης του Θερβάντες κάποτε ναυάγησε στα Κύθηρα, αναζητώντας την αγαπημένη του Δουλσινέα, και πως ο Ωρίωνας είχε άλλο όνομα πριν γίνει αστερισμός (το οποίο φυσικά δεν μου επιτρέπεται να αναφέρω). Μου εκμυστηρεύτηκαν πως ορισμένα παιδιά στα σπίτια τους παίζουν με κατοικίδιους δράκους. Κι ότι ο Πλούτωνας έπαψε στην πραγματικότητα να είναι πλανήτης όταν «τον έριξαν στη μοιρασιά» ο Δίας με τον Ποσειδώνα.

Είχα δουλέψει και νωρίτερα σε μικρές κοινωνίες, από αυτές που συνηθίζουμε να αποκαλούμε επαρχιακές. Μα εδώ στα Κύθηρα, όλα αυτά τα χρόνια, μεγάλωνα επί της ουσίας μαζί με τα παιδιά. Στην πλατεία, στις παραλίες, στις πολιτιστικές εκδηλώσεις του νησιού. Άρχισα να σκαρώνω στιχάκια και τραγούδια, παραμύθια και θεατρικά, να παίζω μήλα και ποδόσφαιρο, να κάνω σχοινάκι και ρόδα (κοίτα, μπορώ και με το ένα χέρι!), να φτιάχνω παιχνίδια με ανακυκλώσιμα υλικά, να φτιάχνω παιχνίδια επιτραπέζια, παιχνίδια με ηλεκτρικά κυκλώματα, ακόμα και παιχνίδια από το τίποτα. Μα πάνω απ’ όλα να μη φοβάμαι να κάνω λάθη, να μη φοβάμαι να είμαι ο εαυτός μου, να εκφράζω λίγο πιο ελεύθερα τις σκέψεις και τα συναισθήματά μου. Δεν είμαι σίγουρη αν περισσότερο διαμόρφωνα ή διαμορφωνόμουν. Ούτε αν περισσότερα τους δίδαξα ή διδάχθηκα από εκείνα.

Για τον Φρενέ

Είχα διαβάσει λίγα πράγματα στα βιβλία του Παιδαγωγικού. Η αλήθεια είναι πως δεν του είχα δώσει τότε και μεγάλη σημασία, ανάμεσα σε τόσα ονόματα, τόσες θεωρίες, τόσες εξετάσεις. Μ’ απασχολούσε περισσότερο να πάρω το πτυχίο μου και να μπω κι επίσημα στην εκπαίδευση, αυτό που λέμε να πιάσω δουλειά.

Πολύ αργότερα παρακολούθησα την ταινία «Ο δάσκαλος που άφηνε τα παιδιά να ονειρεύονται». Τράνταγμα δυνατό στο είναι κάθε εκπαιδευτικού που θα ‘θελε να ήταν ο δάσκαλος της ιστορίας. Εκείνος που άφηνε τα παιδιά να ονειρεύονται. Εκείνος που οραματιζόταν μέσα από την εκπαίδευση να θέσει τα θεμέλια για μία νέα κοινωνία. (Στον νου μου είχε έρθει αυθόρμητα το πρώτο βιβλίο του Ρίτσου που είχα πιάσει στα χέρια μου ως παιδί, το «Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού».)

Μα ήταν μονάχα μια ταινία κι ως εκεί. Ίσως να με απασχόλησε κάποιες ημέρες ή εβδομάδες. Ίσως να μου έδωσε πρόσκαιρα τη λαχτάρα να βουτήξω από τα χέρια τα παιδιά και να το σκάσουμε μαζί από την αυλή του σχολείου. Να βγούμε να γνωρίσουμε τον κόσμο, να μάθουμε από την εμπειρία και το βίωμά μας, να μάθουμε να χρησιμοποιούμε όλες τις αισθήσεις μας, να μάθουμε να σχηματίζουμε, να ανα-σχηματίζουμε, να μετα-σχηματίζουμε, να μετασχηματιζόμαστε κι εμείς οι ίδιοι.

Θα ήταν τεράστιο ψέμα αν έτσι περιέγραφα την πρώτη μου επαφή με τον Φρενέ. Ήταν απλώς ακόμη μια ταινία. Που ένιωσα για μια στιγμή ή περισσότερες να μου διατρέχει ολόκληρη την υπόσταση, ως άνθρωπο κι ως εκπαιδευτικό, μα ως εκεί. Ήταν απλώς ακόμη μια ταινία. Μέχρι εκεί μου επέτρεπαν οι τεχνοκρατικές μου αφετηρίες και προσλαμβάνουσες.

Φέρνω στον νου μου, τώρα, την κουβέντα ενός υπέροχου δασκάλου από τα χρόνια μου στη Λέσβο: «Ή τεχνοκράτης θα είσαι ή δάσκαλος». Τότε δεν ήξερα καλά-καλά τι πάει να πει τεχνοκράτης. Κάπου αργότερα αναρωτήθηκα τι πάει να πει δάσκαλος.

Για τη δύναμη της συγκυρίας

Ο κορεσμός της μικρής κοινωνίας και των όσων αυτή συνεπάγεται. Η ανάγκη για ένα όραμα, η υπαρξιακή ανάγκη. Οι εσωτερικές μου συγκρούσεις. Η ανάγκη για νέους ορίζοντες. Η υπέρβαση της ασφάλειας. Η εκπαιδευτική ανάγκη. Η ανάγκη να συνομιλούμε ουσιαστικά μεταξύ μας, να συνδιαλεγόμαστε. Να συνθέτουμε με τις διαφορετικές μας ματιές τον πολύχρωμο καμβά ενός κοινού οράματος, δίχως τον ορίζοντα του οποίου οι προσωπικοί στόχοι απομένουν να τρέφουν κούφια «εγώ». Τόσες και άλλες τόσες ανερμάτιστες σκέψεις ν’ ανακατεύονται με τον ήχο του κύματος.

Κι έπειτα, κάπου παρακάτω, μια επιμόρφωση/πιλοτική εφαρμογή που δεν πρόλαβα να δηλώσω συμμετοχή. Θυμήθηκα τα άρθρα του «Σκασιαρχείου» που είχε τύχει να διαβάσω παλαιότερα. Τα αναζήτησα ξανά. Άρχισα να τα μελετώ. Μια παιδαγωγική που διψούσα να γνωρίσω. Άρχισα να αυτο-επιμορφώνομαι. Ένιωσα να παρασύρομαι από τη λαχτάρα ανθρώπων που δεν γνώριζα, όμως με κάποιον τρόπο ήξερα πως μιλούσαμε την ίδια γλώσσα. Το όραμά τους για την εκπαίδευση, το όραμα του Φρενέ, ήρθε να αγκαλιάσει τις εσωτερικές μου συγκρούσεις. Ένας παιδαγωγός που ήξερε τον τρόπο να γεννά ουτοπίες. Δανείστηκα, λοιπόν, κάποιες από τις τεχνικές του και τις έβαλα μέσα στην τάξη μου. Τα μικρά βιβλία, το Συμβούλιο της τάξης, τον ιστορικό περίπατο και μια εφημερίδα που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Κάποια από τα εργαλεία τα χρησιμοποιούσα ήδη εδώ και χρόνια, μα αυτό που επί της ουσίας είχε διαφοροποιηθεί ήταν η δική μου ματιά και συνολική θεώρηση, η δική μου αντίληψη του εκπαιδευτικού μου ρόλου.

Η δύναμη της συγκυρίας, που τόσο συχνά συνηθίζουμε να παραβλέπουμε και να υποτιμούμε. Οι άνθρωποι που γνωρίσαμε, οι κουβέντες, τα γέλια, τα δάκρυα. Τα βιβλία που διαβάσαμε, οι μουσικές που μας ταξίδεψαν, οι ταινίες που μας προβλημάτισαν, οι τόποι που μας μάγεψαν το βλέμμα, οι στιγμές που ζήσαμε κι αυτές που δεν ζήσαμε. Τα νοητικά μας άλματα, αυτά που τολμήσαμε ή όσα δεν τολμήσαμε. Αυτά που ονειρευτήκαμε κι αυτά που πλέον διστάζουμε να ονειρευτούμε. Είμαστε οι συγκυρίες που μας σμίλευσαν, αυτές που μας διαμόρφωσαν κάθε συνειδητή, υποσυνείδητη ή ασυνείδητη επιλογή. Μα ίσως και οι ουτοπίες, που απαρνηθήκαμε για χάρη του ρεαλιστικού και του κοινωνικά αποδεκτού, όπως κι αν αυτά προσδιορίζονται μέσα από στατιστικά δεδομένα, κανονικότητες και στερεότυπα.

Σε μία χρονική περίοδο που ένιωσα την ανάγκη για ένα όραμα να ξεχειλίζει από μέσα μου, η συγκυρία μού προσέφερε απλόχερα τον Φρενέ. Ναι, στην δική μου τουλάχιστον περίπτωση, δεν με οδήγησε ως εκεί η τυπική εκπαίδευση. Σε μία χρονική περίοδο που ήμουν έτοιμη να προχωρήσω παρακάτω, φυλάγοντας μέσα μου ό,τι ηθελημένα ή άθελα με προσδιόρισε. Ως απολογισμό και ως ανάσα για το αύριο. Ως συνδετικό αρμό να ενώσει όλες μου τις ψηφίδες, να τις σταθεροποιήσει. Ήρθαν και «κούμπωσαν» μέσα μου ο Ρίτσος, ο Λουντέμης, ο Μπρεχτ, κομμάτια του ίδιου παζλ. Η εκπαίδευση ως έμπνευση και ως ερέθισμα δημιουργίας. Η εκπαίδευση ως βάση της άμεσης δημοκρατίας και της ενεργού συμμετοχής.

«Ο δάσκαλος που άφηνε τα παιδιά να ονειρεύονται»  μου θύμισε πως μπορώ ακόμα να ονειρεύομαι κι ας μην είμαι πια παιδί. Διότι, εμείς οι δάσκαλοι, θυμόμαστε να λέμε απ’ έξω όλους τους κανόνες της Γραμματικής, τις πρωτεύουσες των νομών και των κρατών, τους μαθηματικούς τύπους για τον υπολογισμό του εμβαδού και τα Μέρη του Λόγου, όμως σπανίως θυμόμαστε να ονειρευόμαστε. Κανείς δεν μας εκπαίδευσε γι’ αυτό. Τι σημασία έχουν, άλλωστε, τα όνειρα σε μια κοινωνία όπου ο άνθρωπος έχει αντικατασταθεί από νούμερα; Σε μια κοινωνία όπου είναι ντροπή να είσαι ποιητής και καύχημα να είσαι τραπεζίτης; Πώς ν’ αποτυπωθούν τα όνειρα σε αριθμητικά μετρήσιμα κριτήρια; Ήρθε ο Φρενέ, λοιπόν, να μου θυμίσει τη λαχτάρα μου να ονειρεύομαι σαν παιδί. Όχι ως χρέος κοινωνικό μα ως ανάγκη εγγενή. Να ξεχειλίζω από ιδέες και απορίες, μια ντουζίνα σακιά με απορίες να αμφισβητούν κάθε μου βεβαιότητα, και για κάθε απάντηση να βρίσκω κάποιο νέο ερώτημα, όπως έκανα μικρή.

Στο κλείσιμο ενός κύκλου, εδώ στο μεταίχμιο, στη λαχτάρα για το ξεκίνημα ενός νέου που ακολουθεί  – στη Θεσσαλονίκη πλέον -, αισθάνομαι λες κι από πάντα έτοιμη. Να φτιάξω σαπουνόφουσκες, να τις φυσήξω ψηλά και να τις κυνηγήσω ως εκεί που φτάνει η γραμμή του ορίζοντα.

                                                                                 Ποταμός Κυθήρων,  19/05/2020

Υ.Γ1.: Ίσως η συγκυρία να σ’ οδηγήσει κάποτε κι εσένα στους κρυμμένους θησαυρούς του Σκασιαρχείου. Στις «Φωνές των παιδιών», στα «Θρανία της Άνοιξης», στον «Δάσκαλο που άφηνε τα παιδιά να ονειρεύονται». Ή ίσως να είναι μια επόμενη συγκυρία, κάπου παρακάτω. Εξάλλου, όλα αυτά που ανέφερα δεν αποτελούν παρά το προσωπικό μου βίωμα μέσα από την δική μου ματιά και ερμηνεία. Μπορεί να έχουν κάτι να σου προσφέρουν μα μπορεί και όχι. Το δικό σου βίωμα, η δική σου προσωπική ματιά, η δική σου εσωτερική ανάγκη, οι δικές σου συγκυρίες ίσως αύριο να οδηγήσουν κι εσένα σε κάποιο όραμα για την εκπαίδευση που να χωράει όλες μας τις διαφορετικότητες και να τολμάει να τις αγκαλιάζει σαν μάνα.

Υ.Γ.2:  Λίγα λόγια για τη δασκάλα των Κυθήρων. Μαθαίνω  γι’  αυτήν από την Αριστέα Πρωτονοταρίου, την υπεύθυνη της έκδοσης του εντύπου «Αποδημητικά πουλιά» (2016 – 2019). Ενθουσιάζομαι και μιλώ μαζί της. Καταλαβαίνω  πως τώρα που θα αφήσει το νησί για να πάει στη Θεσσαλονίκη μπορεί να γράψει ένα ημερολόγιο. Συνίσταται και στη θεσμική παιδαγωγική. Το έγραψε. Έκανε κάτι  αναστοχαστικό για μια δεκαετία.. Αυτά που γράφει είναι ένα κόσμος από χειρονομίες  που συνομιλούν με τις τεχνικές Φρενέ.  Η παιδαγωγική  μας  είναι για την ίδια ο δρόμος προς τη Δαμασκό. Ο τόπος, η παιδαγωγική και η συγκυρία, αυτό είναι  το τρίπτυχο της δασκάλας. Το έργο του «Σκασιαρχείου», ξεκινώντας από το 2010 μπορεί να ονομαστεί συγκυρία στη συγκρότηση ενός  βιογραφικού της αναδυόμενης υποκειμενικότητας του/ της  εκπαιδευτικού. Η δύναμη της συγκυρίας είναι αυτό που μας κάνει να  λέμε πως αυτά τα χρόνια άνθισε η παιδαγωγική. Κι άνθισαν οι παιδαγωγοί. Κρίσιμο για τους ριζοσπάστες  παιδαγωγούς ήταν και είναι  η σύγκρουση με τη διοίκηση. Κανένα διδακτορικό δεν θα μιλήσει γι’ αυτή τη σύγκρουση, καμιά ιστορία δεν θα γραφτεί για τους συμπεριλάβει. Όμως εμείς τους ξέρουμε από το άνθος τους.[Μπάμπης Μπαλτάς]     

Κάλεσμα για το συλλαλητήριο της εκπαιδευτικής κοινότητας στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών 19/5/2020

Η εκπαιδευτική κοινότητα εκπαιδευτικών, γονιών και παιδιών που συνεργαζόμαστε καθημερινά μέσα κι έξω από τις τάξεις μας για την ποιότητα του δημόσιου σχολείου, με πολλή αγωνία και ενεργή παρουσία παρακολουθούμε τις νέες αλλεπάλληλες προτάσεις του υπουργείου παιδείας σχετικά με την αστική μεταρρύθμιση της εκπαίδευσης στην χώρα μας, καθώς και τη διοικητική διαχείριση αντιμετώπισης της κρίσης του σχολείου λόγω του κορωνοϊού.

 Επίσης ζούμε καθημερινά την ασέβεια του κράτους προς την εκπαιδευτική κοινότητα. Πολύ συχνά μέσα στον μήνα όλοι/ όλες με προσωπική  προσπάθεια και παρά τα θεσμικά εμπόδια του υπουργείου, προσπαθούν να καλύψουν την κρατική αμέλεια, που εκφράζεται με ελλείψεις στις σχολικές δομές, τόσο στο εκπαιδευτικό προσωπικό όσο και στην στοιχειώδη υλικοτεχνική υποδομή. Η εκπαίδευση είναι γυμνή κι αυτό μπορεί να το πει ένα παιδί που του διαβάζουν παραμύθια. Η ίδια έλλειψη κρατικής φροντίδας επίσης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση αφήνει χώρο για αυθόρμητες πρωτοβουλίες καθηγητών και φοιτητών που προσπαθούν να νοηματοδοτήσουν την ολόπλευρη σχέση με την γνώση και τα συναισθήματα, τα οποία, σε δεύτερο χρόνο βραβεύονται από όσους τους αγνοούσαν ή, αντιθέτως, ματαιώνονται. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, γινόμαστε αποδέκτες αλλαγών που υποσκάπτουν ακόμα βαθύτερα την δημόσια εκπαίδευση, χωρίς να βασίζονται στην παιδαγωγική.

Η διοίκηση και η παιδαγωγική συγκρούονται. Η απαγορευμένη μέχρι σήμερα εικόνα στο σχολείο, στα όρια της εικονοκλασίας, γίνεται εικονολατρία χωρίς τέχνη και κινηματογραφική σπουδή. Οι κάμερες από συνεργατικό εργαλείο γίνονται πεδίο επιτήρησης και καταστολής της επιθυμίας. Η τεχνολογία αυξάνει τις ανισότητες και δεν τις μειώνει όταν δεν γίνεται αλφαβητισμός στα μέσα. Τα ΜΜΕ από τεχνικές για την παιδαγωγική γίνονται κατ’ οίκον διδασκαλία και εκπαίδευση εξ αποστάσεως. Η σύγχρονη εκπαίδευση από χρήσιμη για μια συνέλευση των παιδιών γίνεται επιστροφή στο παραδοσιακό κάδρο του ομιλούντα εκπαιδευτικού σα να μην πέρασε μια μέρα από τα εκατό χρόνια μοντέρνας παιδαγωγικής. Οι αξιολογήσεις που παράγουν ιεραρχίες έρχονται σε αντίθεση με το πνεύμα των οριζόντιων σχέσεων στην εκπαίδευση και επιφέρουν μικρή περίοδο παραμονής στο εκπαιδευτικό επάγγελμα. Με επιχείρημα την προώθηση της αριστείας και την εκκαθάριση του δημόσιου εκπαιδευτικού σώματος από τους ανίκανους δασκάλους προτείνεται αξιολόγηση των σχολικών μονάδων από τα πάνω προς τα κάτω, με μελλοντικό στόχο την ανάλογη χρηματοδότησή τους από το κράτος ή από ιδιωτικούς φορείς. Καμία πρόβλεψη δεν υπάρχει όμως για αξιολογήσεις της ποιότητας της μάθησης και της δουλειάς για την άρση των κοινωνικών ανισοτήτων.

Κι επίσης κρύβουν από τους γονείς πως μόνο αρχικά αυτοί θα επιλέγουν το σχολείο που θέλουν. Μετά θα επιλέγονται αυτοί από τα σχολεία. Και το σχολείο της γειτονιάς, το σχολείο της κοινότητας μπορεί να μην είναι συνταγματικά υποχρεωμένο το κράτος να το λειτουργήσει, ακριβώς γιατί θα έχει πάρει αρνητική αξιολόγηση. Ή θα είναι γκέτο, καθώς αυτό που (από) δοκιμάζεται ήδη είναι η συνύπαρξη. Χωρίς καμιά παιδαγωγική – ούτε την κριτική που έγινε στο παρελθόν κρατική – εισάγονται νέα ακαδημαϊκά μαθήματα σε ένα νηπιαγωγείο με μεγάλο αριθμό μαθητών ανά τάξη. Όσο μικρότερη βαθμίδα τόσο χειρότερα για τα παιδιά.

Οι ανισότητες μας κουνούν το δάκτυλο. Δίνοντας και στα Πανεπιστήμια να καθορίζουν αυτά τον αριθμό των εισακτέων τότε θα έχουμε μικρότερη τριτοβάθμια εκπαίδευση. Η δυσκολία να αρθεί η σχολική αποτυχία γίνεται μεγαλύτερη. Ως υπεύθυνοι επαγγελματίες εκπαιδευτικοί, έχουμε χρέος προς την γνώση και προς τους μαθητές μας να αρνηθούμε όποια πολιτική πρόταση αντιτάσσεται στην παιδαγωγική ελευθερία και στην ποιότητα της παιδείας της χώρας μας. Όντας μέρος της ολοένα και πιο πολύπλοκης κοινωνίας μας, υπερασπιζόμαστε όλους/ όλες τους / τις μαθητές / τριες που αναζητούν το δρόμο προς το σχολείο. Το κάναμε και συνεχίζουμε να το κάνουμε. Θέλουμε στη συνύπαρξη, θέλουμε το σχολείο της γειτονιάς, θέλουμε το ανοιχτό σχολείο της κοινότητας. Τα σχολεία μας στην επόμενη περίοδο καλούνται να γίνουν κέντρα ενδιαφέροντος με υποστηρικτικούς θεσμούς υγείας, πολιτειότητας και πολιτισμού, υπαίθρια διδασκαλία, διαδρομές στην πόλη, τεχνολογία, βιβλιοθήκες, σίτιση και ελεύθερους χώρους για το παιχνίδι των παιδιών.

Τα σχολεία είναι οι χώροι πραγμάτωσης των δικαιωμάτων του παιδιού. Θέλουμε ανοιχτά στην κοινότητα σχολεία σημαίνει ένα σχολείο που δίνει την δυνατότητα στα παιδιά να δρουν και να υποστηρίζονται στο χώρο του. Ένα σχολείο της αυτοδιαχείρισης, της συνέλευσης των παιδιών, του κήπου, της φύσης, του συνεταιρισμού και της κοινωνικής οικονομίας. Κι αυτό το σχολείο το δημόσιο, ανοιχτό, άμεσο – δημοκρατικό και συνεργατικό, θέλουμε.

Παιδαγωγική Ομάδα «Το Σκασιαρχείο»

Ραδιόφωνο, Παιδαγωγική και Κοινότητα: Κάνοντας παιδικές εκπομπές με «Τα θρανία της άνοιξης»

Χαράλαμπος Μπαλτάς

Το ραδιόφωνο κλείνει τα εκατό χρόνια λειτουργίας του. Ποιες ευχές μπορεί όμως να του γίνουν; Συνοδεύτηκε από την τεχνική εξέλιξη, αλλά και από τη συγκρότηση θεωριών για το πώς μπορεί να έχει ένα δημοκρατικό χαρακτήρα.  Στην ιστορία του έχουμε διάφορες φάσεις, κυρίως όμως τρεις: του μεσοπόλεμου, των μεταπολεμικών χρόνων και της εποχής του διαδικτύου. Τα παιδιά σ’ όλες αυτές τις φάσεις αλλάζουν ρόλους – αλλάζοντας την παιδική τους ηλικία. Αρχικά είναι ακροατές – καταναλωτές και μετά παραγωγοί – χωρίς να σημαίνει ότι το μέσο αυτό αγαπήθηκε περισσότερο από τα άλλα μέσα – όπως η μουσική στο δίσκο, ο κινηματογράφος, η τηλεόραση ή οι εφημερίδες. Αυτό που έκανε ο μοντερνισμός θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι να μετατρέπει την κουλτούρα των μεγάλων σ’ αυτό που θα απορούσε να αφορά στην παιδική ηλικία. Έτσι το θέατρο έγινε παιδικό θέατρο, ο Καραγκιόζης από τους μεγάλους αφορούσε και αφορά περισσότερο τα παιδιά και κατ’ αναλογία ο κινηματογράφος γίνεται παιδικός κινηματογράφος ή η λογοτεχνία γίνεται σ’ ένα μέρος της παιδική λογοτεχνία. Το ραδιόφωνο έγινε κι αυτό σ’ ένα μέρος του παιδικό κι ονομάστηκε σχολικό ραδιόφωνο. Από τη μια συνηγορεί στην κατασκευή της παιδικής ηλικίας και από την άλλη την αναθεωρεί. Αυτό αφορά την κατασκευή της παιδικής ηλικίας και τους μετασχηματισμούς της, στους οποίους, στη σύγχρονη συζήτηση, αναπτύσσονται προβληματισμοί σε διάφορες κατευθύνσεις που αφορούν ακόμη και το τέλος της.

Μια ειδοποιός διαφορά ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης του ραδιοφώνου είναι αν είναι «για τα παιδιά» ή «από τα παιδιά». Στην παιδαγωγική Freinet και Korczak συνδυάζονται και τα δύο προς όφελος όμως να έχουμε ένα ραδιόφωνο των παιδιών. Το «από και για τα παιδιά», φέρνει στη γνώση και στην πρακτική τόσο τη μορφή, το τεχνικό μέρος, όσο και το περιεχόμενο, το διανοητικό μέρος, στην πλήρη εποπτεία τους. Εξάλλου οι τεχνικές Freinet αυτό το νόημα έχουν, να συνδυάζουν μια τεχνολογία, μια τεχνική με τις δυνατότητες δημιουργίας τόπων της γλώσσας.  

Ας δούμε όμως μια σύντομη ιστορία του ραδιοφώνου στην Ελλάδα. Σ’ ένα σπιτάκι στην Αθήνα, στην οδό Αλκαμένους έχουμε το 1926 τον πρώτη δέκτη ραδιοφώνου. Ο τρόπος που το βλέπουν οι άνθρωποι είναι σαν θαύμα. Δυο χρόνια μετά – αφού έχουν προηγηθεί κάποιες δοκιμαστικές ασύρματες εκπομπές σήματος από καράβια και αναμετάδοση μιας ομιλίας από τα Μέγαρα – στη Θεσσαλονίκη έχουμε το ράδιο Τσιγγιρίδη, τον πρώτο επίσημα πομπό.[i] Λίγα χρόνια αργότερα κείμενα από το περιοδικό «Η διάπλαση των παίδων» με τον Γρηγόρη Ξενόπουλο αναμεταδίδονται από το Μπάρι της Ιταλίας. Είναι η εποχή που ο Celestin Freinet βάζει στην τάξη το ραδιόφωνο και ο Janusz Korczak κάνει εκπομπές για τα παιδιά στο ραδιόφωνο μέχρι το 1939 που τον σταματά ο ναζισμός. Είναι επίσης το 1932 που ο Brecht το ονειρεύεται αμφίδρομο.[ii]  

Το  ραδιόφωνο όμως – όπως και στην Ελλάδα το 1938 – ταυτίζεται με τον ολοκληρωτισμό. Η «θεία Λένα» το 1944 θα γίνει η αγαπημένη φωνή των παιδιών και το 1947 θα έχουμε από τον Γιώργο Ζομπανάκη το πρώτο κείμενο[iii] για το πώς μπορεί να μπει το ραδιόφωνο στο σχολείο. Λίγα χρόνια μετά, την δεκαετία του ’50,  θα ομολογήσει πως δεν αγαπήθηκε από τους εκπαιδευτικούς. Είμαστε ακόμη στην περίοδο «για τα παιδιά». Με τους πειρατικούς σταθμούς και το Πολυτεχνείο η νεολαία γίνεται το νέο υποκείμενο της πολιτικής. Η «Λιλιπούπολη» των παιδιών είναι η επιβεβαίωση. Και η ελεύθερη ραδιοφωνία, πριν γίνει ιδιωτική έχει ένα χώρο να συνδεθεί με τις ιδέες της αυτοδιαχείρισης. Όμως το ραδιόφωνο, ως πομπός και ως δέκτης, θα γίνει εκτός σχολείου κι όχι μέσα.[iv] Θα περιμένουμε το 2010 για να έρθει το ραδιόφωνο στην τάξη. Η περίοδος της μεταπολίτευσης έχει το ραδιόφωνο ως πειρατικό που το αγαπούν τα παιδιά – έφηβοι και μέσω αυτού οργανώνουν την δυσθυμία τους απέναντι στους γονείς και στο οικονομικό και σχολικό σύστημα.. Το σχολείο είναι οι θάμνοι του έξω απ’ αυτό, η παράλληλη γνώση κυκλοφορεί και το «σκασιαρχείο» των παιδιών γνωρίζει τις δόξες του.[v]

Η ελεύθερη ραδιοφωνία χαρακτηρίζει την πρώτη περίοδο της ελληνικής μεταπολίτευσης και συμπίπτει με τον διεθνή προβληματισμό για το ραδιόφωνο. Η παιδαγωγική Freinet, ενώ αναγγέλθηκε από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 – και πριν από το μεσοπόλεμο και τα μεταπολεμικά χρόνια για μια αντιαυταρχική εκπαίδευση – θα βρει την έκφρασή της με την δημιουργία της ομάδας του «Σκασιαρχείου» το 2010 και τους πειραματισμούς του ραδιόφωνου των παιδιών «Τα θρανία της άνοιξης» το 2020. Η έκδοση των ραδιοφωνικών εκπομπών της Αντιγόνης Μεταξά, της «Θείας Λένας», σε βιβλία, σηματοδοτεί την επιστροφή του ραδιόφωνου, έτσι όπως το ξέρουμε «για τα παιδιά». Οι παιδικές εκπομπές όπως το «Πορτοκαλί αερόστατο» δίνουν νέο αέρα.  Η ανάμειξη περισσότερων ανθρώπων με το ραδιόφωνο των παιδιών σήμερα είναι εναργή. Το European School Radio από το 2011 αφορά στο ραδιόφωνο πια «από τα παιδιά».[vi] Η παιδαγωγική Freinet στη συνέχεια αυτής της προσέγγισης χρησιμοποιεί όλες τις δυνατότητες: δέκτη στην τάξη, ακρόαση, στούντιο για παραγωγή εκπομπών μέσα στην τάξη, ραδιόφωνα στην αυλή, ραδιόφωνο στην κοινότητα, ιντερνετικό ραδιόφωνο, δημοτικό και κρατικό  – μαζί με το τυπογραφείο και τον κινηματογράφο. Επίσης η κοινωνική παιδαγωγική του Korczak, όπως και του  Freinet, δείχνει τον τρόπο συνεργασίας των μικρών με τους μεγάλους. Δεν αλλάζουμε μόνο μέσα στο θεσμό του σχολείου ή με τους δικούς μας θεσμούς εμάς και το σχολείο. Μετακινούμαστε στην κοινότητα και μετασχηματίζουμε την προοπτική μας από διαφορετικές θέσεις, κρίσιμες διαφορετικά κάθε φορά. Αυτό είναι και το παράδειγμα του ραδιόφωνου «Τα Θρανία της άνοιξης» στο 35ο Δημοτικό Σχολείο Εξαρχείων. Το ραδιόφωνο είναι η υπαίθρια τάξη μας που περιφέρεται στην πόλη, είναι η αρχιτεκτονική της σχέσης τους χώρου και το χρόνου που μετακινεί τα όρια χάριν του σχολείου της κοινότητας. Το τρίπτυχο τάξη – αυλή – κοινότητα είναι στη ανάπτυξή του με την κίνηση, την αφή, τις αισθήσεις την πλανόδια βιβλιοθήκη και τη συμπερίληψη.

Θα ξεκινήσουμε όμως μια ιστορική αναδρομή για να φτάσουμε στην άνθιση της μοντέρνας παιδαγωγικής στη χώρα μας μετά το 2010. Τα περίπου εκατό χρόνια της λειτουργίας του μας το επιτρέπουν.  

Η περίοδος της δεκαετίας του ’30 στην Ευρώπη είναι διαφορετική από την Ελλάδα. Το ραδιόφωνο όχι μόνο μπαίνει στα σχολεία και τα σπίτια αλλά προκαλεί συζητήσεις για τον αν θα διατηρήσει την διαφορετικότητα της ομιλίας από περιοχή σε περιοχή ή θα συμβάλει στην ομογενοποίηση. Οι πιο φολκ αντιλήψεις θα βρουν τελικά στέγαση στον φασισμό της περιόδου, ενώ η κριτική στην αστική διδασκαλία θα σημάνει την αποδοχή του ραδιοφώνου προς όφελος μια προλεταριακής παιδαγωγικής. Γράφει η Rebecca P. Scales:

«Η ευελιξία αυτής της σύγχρονης παιδαγωγικής του αυτιού, η οποία ενθάρρυνε τον αυθορμητισμό και την κανονικοποίηση,  προσαρμόστηκε επίσης εύκολα στις διάφορες προσωπικότητες και τα πολιτικά δικαιώματα των σχολικών δασκάλων. Τα μέλη της αντικληρικής Cooperative de l’ Enseignment Laic (CEL) του Celestin Freinet, που προωθούσαν την «ενεργή»,  μαθητο-κεντρική μάθηση αγκάλιασαν τις τεχνολογίες ήχου στις προσπάθειές τους να δραπετεύσουν από μια κουραστική, «αστική» (bourgeois) διδασκαλία. Το ενημερωτικό δελτίο του CEL L’Educateur proletarien έδινε εκπτώσεις σε ηχητικό εξοπλισμό για σχολεία ενώ οι αρθρογράφοι Yvette και Antonin Pages πρότειναν την δισκογραφική εταιρεία του Γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος ERSA, εξηγώντας πως κάποιος μπορεί να διδάξει προφορά και πασιφισμό ταυτόχρονα με ηχογραφήσεις με τίτλο «18 Μαρτίου 1871, η Διακήρυξη της Κομμούνας» και «Η Αιματηρή Εβδομάδα: Όραμα Τρόμου». Αντίθετα, ο δάσκαλος πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης Jean-Jules Roger Ducasse χρησιμοποίησε το φωνόγραφο για ένα «ακουστικό μάθημα γεωγραφίας», διδάσκοντας λαϊκά και δημοφιλή τραγούδια που πίστευε ότι θα ενίσχυαν τις περιφερειακές ταυτότητες και θα ενστάλαζαν ένα «βαθύ αίσθημα ενότητας» στα παιδιά, πρακτικές που οι προπαγανδιστές υπέρ του προδοτικού καθεστώτος Vichy θα θεωρούσαν αργότερα κατάλληλες για να προωθήσουν τις δικές τους συντηρητικές πολιτικές για την οργάνωση των αγροτών κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Η ευελιξία αυτής της σύγχρονης παιδαγωγικής του αυτιού, η οποία ενθάρρυνε τον αυθορμητισμό και την κανονικοποίηση,  προσαρμόστηκε επίσης εύκολα στις διάφορες προσωπικότητες και τα πολιτικά δικαιώματα των σχολικών δασκάλων. Τα μέλη της αντικληρικής Cooperative de l’ Enseignment Laic (CEL) του Celestin Freinet, που προωθούσαν την «ενεργή»,  μαθητο-κεντρική μάθηση αγκάλιασαν τις τεχνολογίες ήχου στις προσπάθειές τους να δραπετεύσουν από μια κουραστική, «αστική» (bourgeois) διδασκαλία. Το ενημερωτικό δελτίο του CEL L’Educateur proletarien έδινε εκπτώσεις σε ηχητικό εξοπλισμό για σχολεία ενώ οι αρθρογράφοι Yvette και Antonin Pages πρότειναν την δισκογραφική εταιρεία του Γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος ERSA, εξηγώντας πως κάποιος μπορεί να διδάξει προφορά και πασιφισμό ταυτόχρονα με ηχογραφήσεις με τίτλο «18 Μαρτίου 1871, η Διακήρυξη της Κομμούνας» και «Η Αιματηρή Εβδομάδα: Όραμα Τρόμου». Αντίθετα, ο δάσκαλος πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης Jean-Jules Roger Ducasse χρησιμοποίησε το φωνόγραφο για ένα «ακουστικό μάθημα γεωγραφίας», διδάσκοντας λαϊκά και δημοφιλή τραγούδια που πίστευε ότι θα ενίσχυαν τις περιφερειακές ταυτότητες και θα ενστάλαζαν ένα «βαθύ αίσθημα ενότητας» στα παιδιά, πρακτικές που οι προπαγανδιστές υπέρ του προδοτικού καθεστώτος Vichy θα θεωρούσαν αργότερα κατάλληλες για να προωθήσουν τις δικές τους συντηρητικές πολιτικές για την οργάνωση των αγροτών κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου».[vii] (μετάφραση Δήμητρα Γαβριηλίδου)

Τα χρόνια που ακολουθούν το ραδιόφωνο αποκτά μια δυσπιστία για τη χρήση του. Και μάλιστα εναντίον των ευρημάτων της έρευνας για την ανάπτυξη του παιδιού, θεωρείται αιτία απώλειας της αυθεντίας του δασκάλου. Τα ΜΜΕ αντιμετωπίζονται ως περαιτέρω διασάλευση της τάξης. 

Γράφει ο Benoit Faleize:

Η «συναρπαστική ζωή», η «χαλάρωση των οικογενειακών δεσμών», τα καινούργια μέσα επικοινωνίας, που προσέλκυσαν την προσοχή (ραδιόφωνο, τηλεόραση, κινηματογράφος, κ.α.) προστέθηκαν στα κοινωνικά προβλήματα (συνθήκες στέγασης) και κατέστησαν την πρωτοβάθμια εκπαίδευση διαφορετική από αυτή που υπήρχε πριν τον πόλεμο. Η κρίση της πρόσληψης των δασκάλων της πρωτοβάθμιας είναι τέτοια, πριν από τη σχολική έκρηξη των δεκαετιών !950-1960, που μαζί με την εκθήλυνση των σωμάτων και τις συνθήκες των μελετών πάνω στην κανονικότητα, το επάγγελμα δεν προσελκύει πια με τον ίδιο τρόπο και δεν παρουσιάζει το ίδιο αξιοζήλευτο κοινωνικό κύρος. Για να στοιχειοθετήσουν την κριτική της στοιχειώδους εκπαίδευσης, που είναι προσκολλημένη σε παρωχημένες παραδοσιακές μορφές διδασκαλίας και μάθησης, οι συγγραφείς στηρίζονται στην έρευνα του Jacques Henriot, η οποία δημοσιεύτηκε το 1958. Εντοπίζουν σε αυτή τα σημεία που θεωρούν βασικά: «τα αρκετά απογοητευτικά αποτελέσματα ενός μεγάλου αριθμού μαθητών: περίπου οι μισοί μαθητές φτάνουν σε ένα μεσαίο επίπεδο». Το γεγονός που μετράει εδώ είναι «το πώς θα διδάξεις»: πρέπει να γίνει απολογισμός για τη σχολική πράξη και να καταμετρηθούν οι εξωτερικές επιδράσεις, όπως η ψυχολογία του παιδιού. «Μέχρι τα 11 του χρόνια το παιδί δεν έχει φτάσει στο τελευταίο επίπεδο της αφαιρετικής σκέψης για να γνωρίζει τη συλλογιστική των συμβόλων». Ταιριάζει να απευθύνεται κανείς στην κινητήρια δύναμη του παιδιού, στα ενδιαφέροντά του και στην περιέργειά του. Το σχολείο δεν πρέπει να μεταφέρει μόνο γνώσεις, αλλά «πάνω από όλα να αναλαμβάνει μια λειτουργία καθοδήγησης και  υποστήριξης, η οποία συνίσταται στο να οδηγήσει το παιδί να δημιουργήσει, να επινοήσει, να συνειδητοποιήσει τον «πραγματικό κόσμο» για να ενταχθεί σε αυτόν όσο είναι δυνατόν πιο τέλεια». Οι μέθοδοι του Freinet και του GFEN (Groupe français d’ éducation nouvelle) προτείνουν για παράδειγμα: έρευνες στην ιστορία και στη γεωγραφία, χρήση των νέων τεχνολογιών (ταινίες, ηχογραφήσεις, παρατήρηση…).(μετάφραση Κατερίνα Αλεξιάδη)

Ας δούμε τώρα στο σήμερα πως περιγράφεται η τεχνική του ραδιοφώνου, μέσα από τα καταστατικά κείμενα του μοντέρνου κινήματος:

Πολύ πριν από την άνθιση του «ελεύθερου» ραδιοφώνου, οι εκπαιδευτικοί που εφάρμοζαν την παιδαγωγική Φρενέ είχαν πάρει την πρωτοβουλία για τοπική εμπειρία ή συμμετείχαν σε εθνικό επίπεδο σε εκπομπές των δημόσιων καναλιών της εποχής. Οργανώθηκαν ακόμη και διεθνή δίκτυα στα οποία συγκεντρώνονταν μέσω των ερτζιανών μαθητές από διάφορες ηπείρους. Από εκείνη τη μεγάλη εποχή του ραδιοφώνου έχει απομείνει η εκπομπή «Κυνηγοί ήχων», ένα έργο του J. Thévenot, ο οποίος μετέδωσε πολλές ηχογραφήσεις τάξεων Freinet όπως μαρτυρούν δύο σειρές από κασέτες του Κρατικού Ραδιοφώνου της Γαλλίας (RadioFrance). Αυτή τη στιγμή, αρκετές τάξεις συμμετέχουν τακτικά στην παραγωγή ραδιοφωνικών εκπομπών σε τοπικό επίπεδο. Ανά τακτά διαστήματα οργανώνονται οπτικοακουστικά σεμινάρια από τους εμψυχωτές του I.C.E.M., για να βοηθήσουν τους εκπαιδευτικούς να μάθουν τις τεχνικές ηχοληψίας και μοντάζ. Να προσθέσουμε επίσης ότι η σημερινή ανάπτυξη των οπτικοακουστικών μέσων επιτρέπει την πραγματοποίηση καταπληκτικών βίντεο, χάρη στην εμφάνιση στην αγορά ανθεκτικών εργαλείων, εύκολων στη χρήση και σε τιμή σχετικά προσιτή. (μετάφραση Φωτεινή Παπαρήγα)

Το σχολικό ραδιόφωνο, όπως και η αλληλογραφία, ο κινηματογράφος ή το τυπογραφείο, αφορούν τον κόσμο της ζωής που παίρνει μέρος στη ζωή του σχολείου. Η παιδαγωγική Freinet με την τεχνική «Τι Νέα;» φέρει αυτό που είναι «έξω», μέσα στο σχολείο, το οποίο το επεξεργάζεται και το επιστρέφει στην κοινότητα για να έχουμε αυτό που αποκαλούμε το σχολείο της κοινότητας. Το ραδιόφωνο είναι η συμβολή σ΄ αυτό το παιδαγωγικό εγχείρημα. Είναι η 26η τεχνική σε σύνολο είκοσι οχτώ τεχνικών και συνδυάζεται με το τυπογραφείο και τον κινηματογράφο, καθώς για την παιδαγωγική Freinet όλες αυτές οι τεχνικές παρουσιάζονται μαζί. Αυτές οι τεχνικές υπάγονται στα πλάνα εργασίας και εδικά τα συλλογικά. Αφορούν τόσο την αυτονομία του κάθε παιδιού και των δεσμεύσεων που καλείται να φέρει σε πέρας, όσο και την ομάδα ραδιόφωνου της τάξης που ανακοινώνει τα προβλήματά της ή την ικανοποίηση που νιώθει στο Συμβούλιο τάξης ή στην συνέλευση των παιδιών. Ας δούμε όμως τον χαρακτήρα των πλάνων εργασίας:

Το μεγαλύτερο πρόβλημα που έχει να αντιμετωπίσει το σχολείο σήμερα δεν είναι να  γίνει ισότιμο αλλά περισσότερο να μάθει να κατανοεί σε βάθος την ανισορροπία των διαφορετικών επιπέδων, των μαθητών που υποδέχεται. Είναι προφανές ότι αυτή η θέση αναδεικνύει πράγματι μια ριζική αλλαγή στη στάση του εκπαιδευτικού. Είναι απαραίτητο να αλλάξουμε τις προτεραιότητές μας από μια διδακτική λογική σε πράξη μάθησης.  (…). Είναι προτιμότερο να κάνουμε να κάνουμε τους μαθητές μας «αυτόνομα υποκείμενα» παρά να επικεντρώνουμε σε ένα επιστημονικό προγραμματισμό των μαθημάτων. Είναι αυτονόητο ότι προς το παρόν, λόγω της συγκυρίας μέσα στην οποία βρίσκεται, το σχολείο δημιουργεί αύξηση των ανισοτήτων, αδικία που δεν μπορεί να περιοριστεί , σε ότι μας αφορά, παρά μόνο μέσα από την ενεργοποίησης των παιδαγωγικών μας γνώσεων. Μια δομή τάξης στην υπηρεσία της προσωποποιημένης μάθησης Με βάση αυτό το μοντέλο, μπαίνουμε στην έρευνα για τη διαφοροποιημένη μάθηση. είμαστε αντιμέτωποι, με το να συνεκτιμήσουμε με συστημικό τρόπο τις τάξεις, όπου  οι αλληλεπιδράσεις με το περιβάλλον   και οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ των παιδιών  γίνονται υποστηρικτικοί στη μάθηση. Οι μαθητές μπορούν να διαλέγουν εναλλακτικά ανάμεσα σε διάφορες μορφές εργασίας που ευνοούν τις ατομικές έρευνες τις καταστάσεις αλληλοβοήθειας η της διδασκαλίας και τις συλλογικές στιγμές των συνεργατικών κατασκευών. Γι’ αυτό ακριβώς προτιμούμε να μιλάμε για προσωποποιημένη κι όχι εξατομικευμένη μάθηση, η προσωποποιημένη προάγει την ιδέα του ότι όλοι μαζί κερδίζουμε μαθαίνοντας  μέσα σε ένα πλαίσιο ανταλλαγών κι σχέσεων. Εδώ δεν τίθεται θέμα για μικρότερες ομάδες, γιατί αυτό μας φαίνεται αδιέξοδο βλέποντας τις δυσκολίες που δημιουργεί στην πράξη. Προτιμούμε να χρησιμοποιούμε εργαλεία που εμπλουτίζουν την τάξη και αποβλέπουν στην εξέλιξη του καθενός μέσα σε ένα υποστηρικτικό περιβάλλον. Το να μάθεις, αντιστοιχεί σε μια διαδικασία εξαιρετικά μοναδική και με αυτήν την έννοια πρέπει να εξεταστούν όλα τα εργαλεία,  στο να οδηγούν στην αυτόνομη εργασία. [Sylvain Connac – Συνεργατικό Σχολείο στο Μονπελιέ, μετάφραση Μαρία Καντούρου]

Το ραδιόφωνο με τα συλλογικά πλάνα εργασίας είναι μια μορφή συλλογικής δράσης, γι’ αυτό έχει πολιτικά χαρακτηριστικά. Η μορφή του εξελίσσεται ως προς το δημοκρατικότερο.

Στο θεωρητικό πεδίο το ραδιόφωνο γίνεται επιστημονικό αντικείμενο στις αρχές του β΄ παγκοσμίου πολέμου από τη Σχολή της Φραγκφούρτης και από την αναδυόμενη Πολιτική Επιστήμη κάτω από την ομπρέλα της προπαγάνδας. Στα χρόνια που ακολουθούν τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης καταλαμβάνουν μια νέα επιστημονική περιοχή. Το βιβλίο του Μάρσαλ Μακ Λούαν, Media, Οι προεκτάσεις του ανθρώπου, κυκλοφορεί το 1965 και γίνετε ανάρπαστο. Ο Μάης του 1968 θα είναι καθοριστικός για την εκτροπή του μέσου στα κινήματα. Ο διάλογος του Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ με τον Ζαν Μποντριγιάρ τη δεκαετία του ‘70 θα σφραγίσει τη στάση μας απέναντι στα Μέσα. Όταν τα κοινωνικά κινήματα θα αποκτήσουν τα δικά τους ραδιόφωνα και το κράτος για να τα σταματήσει θα δημιουργεί παράσιτα, ο Μισέλ Σερ θα εκδώσει το βιβλίο Το παράσιτο (1979) και θα κάνει θεωρία όλη αυτή την ιδέα του ξενιστή και του παράσιτου. Το κινηματικό αίτημα και το μανιφέστο για μια Ελεύθερη Ραδιοφωνία (1978) στη Γαλλία και στον κόσμα θα κυκλοφορήσει μαζί με την τεχνική του πώς να φτιάξεις ένα δικό σου πομπό.[viii] Αυτό που γνωρίζουμε και στην Ελλάδα με τα κοινωνικά κινήματα της δεκαετίας του ‘80 δεν είναι όμως μια στιγμή συνεργασίας τους με την παιδαγωγική. Το 2010, με την έναρξη της οικονομικής και πολιτικής κρίσης, τα κοινωνικά κινήματα και η παιδαγωγική ξεκινούν να συνεργάζονται, καθώς ανθίζουν συγχρόνως. Μέρος αυτής της συνεργασίας είναι και το σχολικό ραδιόφωνο μ’ όλο το παρελθόν που κουβαλάει κι αναβιώνει. Η δημιουργία του Ευρωπαϊκού Σχολικού Ραδιοφώνου το 2011 και η παιδαγωγική Freinet και Korczak αποκτά κοινωνικές διαστάσεις, καθώς η παιδαγωγική στο σύνολό της ανθεί και συγκρούεται με την διοίκηση. Η παιδαγωγική Freinet γίνεται πάλι σύγχρονη.

Το 2020 η πανδημία θα εξελίξει αυτό το μέσο. Στο 35ο Δημοτικό Σχολείο Εξαρχείων με την α2 τάξη από την αρχή της σχολικής χρονιάς κάναμε ένα στούντιο που εξελίχθηκε σ’ ένα πειρατικό σταθμό. Τα παιδιά ξεκινούσαν να μιλούν στα μικρόφωνα και να βιώνουν το άρθρο 12 των δικαιωμάτων τους. Με τον συνεταιρισμό μας πήραμε ραδιόφωνα για την αυλή. Μέσα στην τάξη έχουμε το στούντιο και στην υπαίθρια τάξη τους δέκτες. Η πανδημία μας εξέλιξε. Οι εκπομπές είναι πια ένας τρόπος επικοινωνίας. Το ραδιόφωνο εδραιώνεται στις τεχνικές μας και καταλαμβάνει τον δημόσιο χώρο ισότιμα με την εφημερίδα μας «Ο Κοκκινολαίμης» (τχ.1, 2020) και τον κινηματόγραφο. Ο τελευταίος αφορά τις δράσεις μας την προηγούμενη περίοδο (2017 – 2019) που αποτυπώθηκε σε φιλμ προσεχώς από τη δασκάλα Σοφία Λιούλια.

Αυτή η συμμετοχή του ραδιόφωνου στο σχολείο της κοινότητας αντιστρατεύεται όλη αυτή την περίοδο της πανδημίας την απόσταση από τους θεσμούς της τάξης και την αναστολή της λειτουργίας των σχολείων. Έχοντας από το Σεπτέμβρη του 2019 το στούντιο στην τάξη, το ραδιόφωνο ήταν σε αναμονή και συγχρόνως είχε ένα παιδευτικό χαρακτήρα, να ακούμε εκπομπές και να σχολιάζουμε. Αυτή την άνοιξη, εν μέσω πανδημίας γεννήθηκαν «Τα θρανία της άνοιξης» – το ραδιόφωνο των παιδιών. Και θα συνεχίσουμε να εκπέμπουμε κι όταν ανοίξουν τα σχολεία. Έτσι κι αλλιώς το δικό μας σχολείο είναι ανοιχτό στην κοινότητα, είναι το σχολείο των θάμνων είναι το σχολείο της κοινότητας. Η τεχνολογία καθιστά την εκπαίδευση ακόμη πιο άνιση και οι αποκλεισμοί που βιώνονται είναι περισσότεροι. Τα παιδιά στο κέντρο της Αθήνας δυσκολεύονται και για τη σύγχρονη και την ασύγχρονη εκπαίδευση. Όμως το ραδιόφωνο έχει τα χαρακτηριστικά της κοινωνικής παιδαγωγικής. Φτάνει και στα παιδιά που δεν είναι μιας συγκεκριμένης τάξης και στηρίζεται από τα κοινωνικά κινήματα. Η στροφή των ενηλίκων στο ραδιόφωνο όπως αποτυπώνεται την περίοδο της πανδημίας κάνει το ραδιόφωνο πάλι ένα ορατό μέσο. Η σύγκρουση ανάμεσα στις δύο κουλτούρες, οπτική και ακουστική, δημιουργεί ένα τοπίο υπέρ της δεύτερης. Δεδομένου επίσης ότι μέσα από την βυζαντινή εικονομαχία της περιόδου με την τοποθέτηση κάμερας ακόμα και στα σχολεία, η οπτική κουλτούρα εξαντλεί το πεδίο της όρασης. Σχεδόν εκατό χρόνια μετά, το ραδιόφωνο υπολείπεται ακόμη για το εκπαιδευτικό μέλλον του. Το μέλλον του διαρκεί πολύ.

http://35dim-athin.att.sch.gr/autosch/joomla15/

Made with Padlet

Ο Χαράλαμπος Μπαλτάς είναι δάσκαλος στο 35ο Δημοτικό Σχολείο Εξαρχείων και μέλος της Παιδαγωγικής Ομάδας  «Το Σκασιαρχείο» με την πρωτοβουλία «Τα θρανία της άνοιξης». Είναι παλαιός ραδιοπειρατής της δεκαετίας του ’80 με το Fm ΑΓΚΑΘΙ (1984 – 1994) και ονειρεύεται ακόμη και σήμερα την πατρίδα του, την παιδική του ηλικία. babisbsltas@gmail.com                               


[i] Δες  Όλγα Β. Πλέχοβα, Το πρώτο ελληνικό ραδιόφωνο…και το πρώτο των Βαλκανίων, Εδώ ράδιο Τσιγγιρίδη, Σταθμός Θεσσαλονίκη! Ελλάς!, Μπαρμπουνάκης, Θεσσαλονίκη, σελ. 13 – 33.

[ii] Bertolt Brecht, «Το ραδιόφωνο ως μηχανισμός επικοινωνίας/ λόγος για τη λειτουργία του ραδιοφώνου», Κώστας Λιβιεράτος, Τάκης Φραγκούλης (επιμέλεια), Το μήνυμα του μέσου, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1989, σελ. 224 – 230.

[iii] Το πρώτο κείμενο γράφτηκε αμέσως μετά την αποστολή των ραδιοφώνων στα σχολεία από το Υπουργείο Παιδείας το 1947. Δες Γιώργος Ζομπανάκης, «Οι σχολικές ραδιοφωνικές εκπομπές», περιοδικό Νεοελληνική Παιδεία, Νοέμβριος – Δεκέμβριος 1947, Αθήνα, σελ. 485 – 489. Σε κείμενα δικά του που ακολουθούν την δεκαετία του ’50 στο περιοδικό του «Σχολείο και Ζωή» είναι αισθητή η πικρία του γιατί το ραδιόφωνο δεν αγαπήθηκε από τους εκπαιδευτικούς.

[iv] Τα «Διόδια» (1982) του Βαγγέλη Ραπτόπουλου είναι ένα βιβλίο που μιλά για τη γενιά του ’70 και του ’80 που τα παιδιά έκαναν ραδιόφωνο. Το ραδιόφωνο ήταν αντίπαλο του σχολείου. Οι ιδέες του Freinet, να μπει το ραδιόφωνο μέσα στο σχολείο, θα περιμένουν την δημιουργία του «Σκασιαρχείου» την τελευταία δεκαετία (2010 – 2020).                     

[v] Για τον τρόπο που αποτυπώνονται στον κινηματογράφο οι αντιθέσεις σχολείου, πολιτικής, κοινωνίας και ζωής μέσα από το ραδιόφωνο, δες τις ταινίες Το κοριτσάκι και το ραδιόφωνο (1963), Radio Days (1987), Διόδια (1988), Η θυσία του Κόρτσακ (1990), Τέλος εποχής (1994), Ο πιανίστας (2002), Δουλεύοντας με το πάσο μας – ράδιο Αλίκη (2004), Καθαρό ραδιόφωνο (2014), Ραδιόφωνο στο πατάρι (2015), Εν δυνάμει (2017) και Ραδιοφωνικός Σταθμός Αμαλιάδας (2019). Δεν είναι πολλές οι ταινίες που αφορούν το ραδιόφωνο, όμως είναι ενδεικτικές του κλίματος της εποχής και του τρόπου που μπορούμε να ακούσουμε το ραδιόφωνο σε σχέση με το υποκείμενο και την επιθυμία.

[vi] Δες Τούλιου, Ε., Γενιτζές Α. (2016). «Η εξέλιξη του εκπαιδευτικού ρόλου του ραδιοφώνου» ΣΤΟ 4ο ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ http://4syn-thess2016.ekped.gr/wp-content/uploads/2016/04/vol2_198-219-230.pdf

[vii] Rebecca P. Scales, Radio and the Politics of Sound in Interwar France, 1921-1939, Κεφάλαιο 4 «Learning by ear» σελ. 179-181.

[viii] Δες τη διακήρυξη από την «Ομάδα Ελεύθεροι Λαϊκοί Ραδιοσταθμοί», Ελεύθερη Ραδιοφωνία, μετάφραση Τασία Πανταζοπούλου, Γιάννης Χρυσοβέργης, Ανδρομέδα, Αθήνα 1983. Επίσης, Νίκος Σούζας, «Σταμάτα να μιλάς για θάνατο μωρό μου», Πολιτική και κουλτούρα στο ανταγωνιστικό κίνημα στην Ελλάδα (1974– 1988), Ναυτίλος Θεσσαλονίκη, σελ. 184 – 227.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΕΚΤΑΚΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ ΤΟΥ COVID-19 ΠΡΟΣ ΕΝΑ ΣΧΟΛΕΙΟ ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ ΕΝΤΑΞΗΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ: Η διεθνής συνάντηση (FIMEM) του διεθνούς κινήματος  Freinet, με διοργανώτρια ομάδα Freinet αυτή του Καναδά (RIDEFKanada),  στο Κεμπέκ του Καναδά, αναβάλλεται φέτος για προφανείς λόγους. «Το Σκασιαρχείο» συμμετείχε διαρκώς όλα τα προηγούμενα χρόνια από το 2014 ως το 2018 που γίναμε κι επίσημα μέλος με την Σοφία Λάχλου και τον Γιάννη Φωτεινό. Αλλά φέτος ήταν αμφίβολη έως αδύνατη η συμμετοχή μας, λόγω της απόστασης, των ανειλημμένων υποχρεώσεων και του υψηλού οικονομικού κόστους. Όμως ετοιμάσαμε – σε μετάφραση της Δήμητρας Γαβριηλίδου- τη διακήρυξη της FIMEM για τους εκπαιδευτικούς μας που μ’ όλες τις αντίξοες συνθήκες αυτής της περιόδου που αυξάνουν τις ανισότητες, χρησιμοποιούν ξανά τις τεχνικές Freinet(αλληλογραφία, τυπογραφείο, ραδιόφωνο, τεχνολογία, κλπ) και συνεχίζουν τον αγώνα τους για μια δημόσια, λαϊκή εκπαίδευση για όλα τα παιδιά. Η παιδαγωγική και η διοίκηση συγκρούονται. Κάθε φορά που εργαζόμαστε με την παιδαγωγική μας μετακινούμε τις γραμμές και τη θέση τους παίρνουν οι θάμνοι και τα θρανία της άνοιξης. Ας διαδώσουμε τη διακήρυξή μας! [Μπ.Μπ.]      

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΕΚΤΑΚΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ ΤΟΥ COVID-19 ΠΡΟΣ ΕΝΑ ΣΧΟΛΕΙΟ ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ ΕΝΤΑΞΗΣ

Σε αυτή τη δύσκολη στιγμή, στέλνουμε έναν χαιρετισμό, μια σκέψη και υποστήριξη στους συναδέλφους δασκάλους των διάφορων Κινημάτων που σχετίζονται με τη FIMEM (Διεθνή Ομοσπονδία Κινημάτων για το Σύγχρονο Σχολείο), οι οποίοι έχουν δεσμευτεί να προστατέψουν την υγεία τους, αυτή των συγγενών τους και να φροντίσουν τους μαθητές τους, παρέχοντας σημαντική υποστήριξη, εν τη απουσία της παρακολούθησης του σχολείου τους!

Η FIMEM είναι η ομοσπονδία που ενώνει μαζί τα κινήματα των δασκάλων που είναι στρατευμένοι, σε 40 χώρες διαφορετικών ηπείρων, στην επιβεβαίωση της λαϊκής παιδαγωγικής του Celestin Freinet, οι οποίοι μοιράζονται τους στόχους διεθνών οργανισμών (Ηνωμένα Έθνη, UNESCO, UNICEF, Διεθνής Οργάνωση Τροφίμων και Γεωργίας, κλπ…) και ενώσεων που ασχολούνται με την εκπαίδευση και μάχονται υπέρ της επιβεβαίωσης των δικαιωμάτων των παιδιών, των γυναικών και εν γένει των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ήμασταν, είμαστε και θα είμαστε πάντα υπέρ της χειραφέτησης των τελευταίων και εναντίον των ανισοτήτων, ώστε να χτιστεί ένας πιο δίκαιος, πιο ισότιμος και πιο ενωμένος κόσμος, για όλα τα κορίτσια και τα αγόρια του κόσμου.

Σήμερα, στα πολλά προβλήματα που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα, έχουμε προσθέσει την κατάσταση έκτακτης ανάγκης του κορονοϊού, η οποία κάνει τη ζωή πολύ πιο πολύπλοκη για όλα τα ανθρώπινα όντα, αλλά σε μεγαλύτερο βαθμό για εκείνους που έχουν περισσότερη ανάγκη, για τους αδύναμους και τους απροστάτευτους. Ζούμε σε μια κατάσταση πανδημίας που ανακοινώθηκε επίσημα από τον ΠΟΥ (Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας) στις 11 Μαρτίου του 2020, η οποία έχει εξαπλωθεί σχεδόν σε κάθε χώρα του κόσμου. Σήμερα, υπάρχουν πολλοί άρρωστοι και νεκροί άνθρωποι, που αυξάνονται, όπως μπορεί να ιδωθεί στο https://coronavirus.jhu.edu/map.html, στους οποίους πρέπει να προστεθεί και ο αριθμός των ασυμπτωματικών μολυσμένων ανθρώπων, ο οποίος είναι δύσκολο να εκτιμηθεί.

Όπως και σε άλλες παγκόσμιες έκτακτες ανάγκες, ζούμε μια δύσκολη και περίπλοκη στιγμή που ενώνει όλη την ανθρωπότητα και της οποίας το τέλος δεν είναι ορατό, αν και η Κίνα (η πρώτη χώρα που ενδιαφέρθηκε για τον κορονοϊό) μπορεί να έχει επιτύχει να εξαλείψει τον ιό σε λίγο περισσότερο από δυο μήνες.

Με αυστηρές αποφάσεις, οι άλλες χώρες μπορούν επίσης μάλλον να πετύχουν, ακόμη κι αν εμείς δεν πρέπει να εφησυχάσουμε, εξαιτίας της πιθανής «επιστροφής» της μετάδοσης (και σε αυτή την περίπτωση, η Κίνα, που μας προηγήθηκε, είναι πολύ προσεκτική).

Οι ηγέτες των διαφόρων χωρών, πέρα από το κινεζικό παράδειγμα, υποτίμησαν αρχικά το πρόβλημα, ενθαρρύνοντας την εξάπλωση της επιδημίας· στη συνέχεια, όταν αντιλήφθηκαν τη σοβαρότητα του φαινομένου, εισήγαγαν, χωρίς πραγματικό διεθνή συντονισμό, μια σειρά περιοριστικών μέτρων, εμποδίζοντας τις παραγωγικές δραστηριότητες, εκτός από εκείνες που θεωρούνται ουσιώδεις και ενθαρρύνοντας, στο μέτρο του δυνατού, την έξυπνη εργασία.

Οι πόλεις γίνονται όλο και πιο «κλειστές», με τους πολίτες να στέλνονται στα σπίτια τους, από τα οποία απαγορεύεται να «φεύγουν» εκτός από ορισμένες βασικές ανάγκες, με αναπόφευκτο κοινωνικό κλείσιμο και επιβράδυνση της συνοχής, που εν μέρει μετριάζονται από τη χρήση των μέσων ενημέρωσης. Είναι αλήθεια ότι όλοι έχουν περισσότερο χρόνο για την οικογένεια, για ανάγνωση και ανάπαυση και ότι υπάρχει βελτίωση στην υγεία του αέρα, της θάλασσας και όλης της φύσης (επιβεβαίωση της επίδρασης της ανθρώπινης συμπεριφοράς στο περιβάλλον). Αλλά πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι η υποχρέωση παραμονής στο σπίτι μπορεί να ενθαρρύνει την αύξηση της ενδοοικογενειακής βίας, ιδίως κατά των γυναικών και να θέσει σε κίνδυνο την ευημερία των παιδιών και των ηλικιωμένων. Ωστόσο, αυτό που εξακολουθεί να είναι σοβαρό είναι η ανησυχία, η έλλειψη και η ανεργία που πλήττουν πολλές οικογένειες, ιδίως όταν δεν υπάρχει σταθερή εργασία.

Σε όλες τις χώρες, έχουν ξεκινήσει αγώνες αλληλεγγύης, όχι μόνο από γιατρούς, νοσηλευτές, αξιωματούχους επιβολής του νόμου και λειτουργούς βασικών υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, αλλά και από απλούς πολίτες που έχουν αναλάβει δέσμευση και υπόσχονται να βοηθήσουν άλλους ως εθελοντές.

Παντού, τα σχολεία έκλεισαν, διακινδυνεύοντας έναν κόσμο χωρίς σχολεία, κάτι που δεν συνέβη καν κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Το κλείσιμο των σχολείων επέβαλε τη χρήση των υφιστάμενων τεχνολογιών για την παροχή εξ αποστάσεως εκπαίδευσης (ακόμη και αν δεν είναι υποχρεωτική) με τη χρήση πλατφορμών και λογισμικού (Skype – Zoom – Google Suite για την εκπαίδευση) και στη συνέχεια του WhatsApp ή του απλού τηλεφώνου. Επιπλέον, ορισμένοι δημόσιοι και ιδιωτικοί τηλεοπτικοί σταθμοί έχουν προσφέρει τη συμβολή τους, αυξάνοντας έτσι τον αριθμό των εκπαιδευτικών προγραμμάτων.

Τα προβλήματα είναι πολλά και ποικίλα: από τη ελάχιστα εμπεδωμένη παράδοση της χρήσης των τεχνολογιών της πληροφορίας και της επικοινωνίας στα διάφορα σχολικά επίπεδα, μέχρι την εκτίμηση ότι η εξ αποστάσεως μάθηση διατηρεί, περισσότερο από απόσταση, τους μαθητές που χρειάζονται ένα σχολείο περισσότερο παρόν. Ας σκεφτούμε τα πιο μειονεκτούντα παιδιά, που ζουν σε απόλυτη φτώχεια, σε μικρά σπίτια χωρίς πόρους, που αδυνατούν να συνδεθούν στο Διαδίκτυο, (λόγω της έλλειψης τεχνολογικού εξοπλισμού, ενέργειας, συνδεσιμότητας και ευρυζωνικότητας), όπως οι συνομήλικοί τους που έχουν υπολογιστές, ταμπλέτες, smartphones. Σκεφτείτε τα παιδιά με αναπηρίες, ή που δεν έχουν μια οικογένεια που μπορεί να τους βοηθήσει να χρησιμοποιήσουν την τεχνολογία. Αυτό είναι ένα παγκόσμιο πρόβλημα! Και ας μην ξεχνάμε ότι υπάρχουν χώρες όπου η έλλειψη εκπαίδευσης για τα παιδιά δεν είναι πρόσφατη, αλλά εδώ και χρόνια.

Ορισμένα Υπουργεία Παιδείας υποθέτουν ότι το 20% των παιδιών δεν αγγίζεται από την εξ αποστάσεως εκπαίδευση (στην πραγματικότητα θα υπάρξουν πολλά περισσότερα), γεγονός που ενθαρρύνει, ακόμη περισσότερο, τις ανισότητες, ήδη πολύ εμφανείς σε διάφορες χώρες. Επιπλέον, έχουμε κατά νου τη σημασία του να είσαι με τους άλλους για την ανάπτυξη ενός παιδιού, για να γίνει ένας πραγματικός πολίτης. Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί και να σεβόμαστε τις ατομικές ελευθερίες, των οποίων οι παραβιάσεις, εάν επεκταθούν πέρα από καταστάσεις έκτακτης ανάγκης (αυτό συμβαίνει ήδη σε ορισμένες χώρες), μπορεί να αποτελέσει πραγματικό κίνδυνο για τη δημοκρατία.

Επιπλέον, χρειάζεται να βεβαιωθούμε ότι αυτή η κατάσταση έκτακτης ανάγκης δεν θα αξιοποιηθεί στο εγγύς μέλλον από τις οικονομικές και χρηματοπιστωτικές δυνάμεις, οι οποίες αποφασίζουν για τις πολιτικές και οργανωτικές επιλογές των κρατών, ώστε να «αδειάσουν» τα σχολεία από οικονομικούς πόρους και εκπαιδευτικούς.

Επιπλέον, η ζεστασιά της σχέσης δασκάλου-μαθητή αντικαθίσταται από τις ψυχρές επικοινωνίες της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης, η οποία θα μπορούσε να γίνει όλο και πιο «αυτόματη» με τη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης, όπως συμβαίνει ήδη σε μεγάλο βαθμό σε εξαιρετικά βιομηχανικές χώρες, στον τομέα της προηγμένης μάθησης σε επιχειρήσεις και βιομηχανίες.

Το έργο των «ακτιβιστών» δασκάλων της παιδαγωγικής Freinet παραμένει το ίδιο: να στοχεύουν στην ανάπτυξη και τη χειραφέτηση όλων των μαθητών (που μαθαίνουν) που μας έχουν ανατεθεί∙ όλων τους, ούτε ενός λιγότερο! Πρέπει, συνεπώς, να είμαστε όλο και περισσότερο παρόντες στα σχολεία και τις εκπαιδεύσεις, να πειραματιζόμαστε με τη λαϊκή παιδαγωγική και τις τεχνικές Freinet, επίσης με τη χρήση ψηφιακών τεχνολογιών, την εξ αποστάσεως εκπαίδευση, το διαδίκτυο, διασφαλίζοντας τα ίδια εργαλεία σε όλους, παρεχόμενα ίσως από τους θεσμούς, ή εντοπίζοντας τα μέσα επικοινωνίας που μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τους λιγότερο πλούσιους. Είναι δυνατός ένας κόσμος χωρίς σχολεία; Ή θα ήταν ένας κόσμος χωρίς μέλλον;

Δεν ξεκινάμε από το μηδέν, το κίνημα Freinet στο σύνολό του δεν είναι ξένο στο να πειραματίζεται με την υπέρβαση των φυσικών αποστάσεων στη διδασκαλία/ μάθηση∙ εδώ και αρκετό καιρό έχουμε χρησιμοποιήσει ταμπλέτες, εικονικές αίθουσες διδασκαλίας, τη χρήση βίντεο, διεθνή αλληλογραφία μέσω του διαδικτύου, εικονικά εκπαιδευτικά εργαστήρια, εκπαιδευτικό ραδιόφωνο, κλπ.

Είναι απαραίτητο να γίνει μια αναγνώριση των εμπειριών που διαχέονται στις ηπείρους, τοποθετώντας τις σε ένα σύστημα, προκειμένου να τις γνωρίσουμε, να συνεχίσουμε να πειραματιζόμαστε με αυτές, να επαληθεύουμε πώς, με τη συνεργασία, την παιδαγωγική, και γενικότερα μια λαϊκή παιδαγωγική που θέτει τα παιδιά στο επίκεντρο, είναι δυνατή η υλοποίηση της χειραφέτησης και με τις ψηφιακές τεχνολογίες, αποδεικνύοντας τις παιδαγωγικές διαισθήσεις του Γάλλου δασκάλου.

Το θέμα της RIDEF του 2020 ήταν: Η παιδαγωγική Freinet είναι ακόμα ζωντανή! Ας το δείξουμε κατά τη διάρκεια της έκτακτης ανάγκης! Πρέπει να ελπίζουμε ότι η κρίση θα μπορέσει να μετατραπεί, ακόμη και με τη δημιουργική συμβολή μας, σε μια ιστορική ευκαιρία αναγέννησης. Πρέπει να έχουμε τη δύναμη να εξέλθουμε από την πανδημία, ταπεινοί αλλά ισχυρότεροι, και γνωρίζοντας ότι η μόνη διέξοδος για την Ανθρωπότητα είναι μια ενισχυμένη αίσθηση αλληλεγγύης, συνεργασίας, κοινότητας, έχοντας κατά νου τις αξίες μας της ενότητας, αντί της διαίρεσης και της απομόνωσής μας στον ίδιο μας τον εγωισμό.

Ορισμένες ενδείξεις για το άμεσο μέλλον:

  • σε αυτά τα θέματα, να διευκολύνετε την ανταλλαγή μεταξύ εκπαιδευτικών από όλο τον κόσμο που τηρούν την παιδαγωγική Freinet, τα διάφορα εθνικά κινήματα, την CA, χρησιμοποιώντας το σύστημα Multilettre και την ιστοσελίδα της FIMEM.
  • να συμμετέχετε και άλλες διεθνείς ενώσεις (ξεκινώντας από εκείνες που ανήκουν στο Δίκτυο Εκπαίδευσης Nouvelle) που μπορούν να μοιραστούν τους κύριους στόχους, τα ενδιαφέροντα και τις ανησυχίες μας. Σε εθνικό επίπεδο, τα μεμονωμένα κινήματα θα μπορούσαν να αναλάβουν παρόμοιες πρωτοβουλίες.
  • να προτείνετε τη δημιουργία μιας ειδικής επιτροπής FIMEM για τη Συνεργατική Εξ Αποστάσεως Μάθηση
  • Οι ομάδες πίεσης να πιέσουν τις κυβερνήσεις να παρέχουν δημόσιες πλατφόρμες εξ αποστάσεως μάθησης για σχολεία και οικογένειες, απεριόριστα Gigabytes διαδικτύου, περισσότερους πόρους για τα σχολεία όταν ξανανοίγουν (περισσότερος χρόνος, περισσότεροι εκπαιδευτικοί, περισσότερα εργαλεία), τη χρήση νέων εκπαιδευτικών για περισσότερη τόνωση και, ει δυνατόν, περαιτέρω στήριξη των σχολείων, μέσω της κυκλοφορίας κινητών βιβλιοθηκών και κινητών βιβλιοθηκών παιχνιδιών, σε χώρες και περιφερειακές περιοχές όπου η ανάγκη είναι μεγαλύτερη.
  • Τα μεμονωμένα κινήματα στις διάφορες χώρες θα προσδιορίσουν περαιτέρω αιτήματα, ανάλογα με τις ειδικές ανάγκες των διαφόρων περιοχών.
  • Λόγω της πανδημίας του κορονοϊού, δεν θα είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί η Ridef Québec 2020, για την οποία οι Καναδοί φίλοι μας έχουν εργαστεί τόσο σκληρά, που τους ευχαριστούμε για τη δέσμευση και τη θυσία τους. Κατά την ίδια περίοδο, ωστόσο, θα μπορούσαν να προγραμματιστούν ορισμένες εικονικές συναντήσεις, μέσω του Διαδικτύου.

Μόνο ο πολιτισμός και η εκπαίδευση μπορούν να σώσουν τον κόσμο!

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ FIMEM