Το Ταχυδρομείο, του Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ

Το κείμενο του θεατρικού έργου μπορείτε να το κατεβάσετε και να το εκτυπώσετε από εδώ ΤΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΟ

Το Ταχυδρομείο

 (Μετάφραση από τα Μπενγκάλι στα Αγγλικά: Devabrata Mukherje, New York: The Macmillan Company, 1914) (Μετάφραση αγγλικού κειμένου: Έλενα Μολασιώτη – Σωτήρης Πανταζής, Αθήνα 2016)

Πρόσωπα του έργου:

  • Ματζάβ (ο θείος)
  • Αμάλ (το υιοθετημένο παιδί του)
  • Σουντά (το κοριτσάκι με τα λουλούδια)
  • Γιατρός
  • Γαλατάς
  • Φρουρός
  • Γέρο-χωρικός
  • Αρχηγός του χωριού (ένας νταής)
  • Κήρυκας του Βασιλιά
  • Βασιλικός γιατρός
  • Αγόρια του χωριού

Το έργο αυτό ανεβάζει ο Γιάνους Κόρτσακ στο γκέτο της Βαρσοβίας πριν μεταβεί στην Τρεμπλίνκα μαζί με τα παιδιά του το καλοκαίρι του 1942. Το έργο αυτό του Ταγκόρ αποβλέπει στο να συμφιλιώσει τα παιδιά με τον θάνατο, μια ιδέα που την επεξεργάζονταν ο ίδιος ο Κόρτσακ για το δικαίωμα του παιδιού στο θάνατο. Αποσπάσματα του έργου περιέχονται στην ταινία του Αντρέι Βάιντα, «Η θυσία του Κόρτσακ» (1990), μια σπάνια ταινία που την διακινούμε με το «Σκασιαρχείο». Το έργο αυτό, μαζί με την μετάφραση των ημερολογίων του Κόρτσακ μπορεί να συνεισφέρει στην προσέγγιση του ολοκαυτώματος, των δικαιωμάτων του παιδιού και στην προοπτική παραγωγής υποκειμενικής ιστορικής στάσης μέσα στα ίδια τα πράγματα. Θερμές ευχαριστίες στους φίλους που έκαναν την μετάφραση. Η συμβολή τους στο εγχείρημα στης Παιδαγωγικής Ομάδας «Το Σκασιαρχείο» είναι πολύτιμη. [Μπάμπης Μπαλτάς]

                                            

ΠΡΑΞΗ 1η

(Στο Σπίτι του Ματζάβ)

Ματζάβ:   Τι μου συμβαίνει αλήθεια! Πριν να έρθει τίποτα δε μ ένοιαζε, τίποτα. Ένιωθα τόσο ελεύθερος  απ’ όλα. Κι όμως τώρα που έχει έρθει – ένας θεός ξέρει πώς- η καρδιά μου είναι γεμάτη από την  αξιολάτρευτη ύπαρξη του και το σπίτι μου δε θα ναι πια «σπίτι» για μένα όταν «φύγει». Γιατρέ, πιστεύετε ότι…

Γιατρός: Αν η μοίρα του το ‘χει γραμμένο θα ζήσει πολλά χρόνια. Αλλά, απ ’ό,τι  λένε τα ιατρικά μου συγγράμματα  φαίνεται ότι….

Ματζάβ: Θεέ και κύριε! Τι;…

Γιατρός: Τα συγγράμματα μου λένε: «Η χολή αλλά και η παράλυση, το κρύωμα, η αρθρίτιδα, όλα έχουν παρόμοια συμπτώματα…»

Ματζάβ: Έλα τώρα γιατρέ, μη μου αραδιάζεις τα συγγράμματα σου, το μόνο που καταφέρνεις είναι να με κάνεις να ανησυχώ περισσότερο. Πες μου τι πρέπει να κάνω.

Γιατρός: (εισπνέει πρώτα ταμπάκο): Ο ασθενής  χρήζει σχολαστικής φροντίδας

Ματζάβ: Αυτό είναι αλήθεια! Αλλά πείτε μου πως.

Γιατρός: Το έχω ήδη αναφέρει -Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να βγει απ’ το σπίτι.

Ματζάβ: Καημένο παιδί, είναι πολύ δύσκολο να τον κρατήσω κλεισμένο στο σπίτι  όλη μέρα.

Γιατρός: Τι άλλο μπορείτε να κάνετε; Ο φθινοπωρινός ήλιος και η υγρασία είναι επιβλαβή για τον μικρό –γιατί τα συγγράμματα το λένε καθαρά:  «Σε  περίπτωση συριγμού, λιποθυμίας ή δυσφορίας, σε ίκτερο ή σε περίπτωση…»

Ματζάβ: Έλεος, σας παρακαλώ, με τα συγγράμματα!! Δηλαδή θα κλείσουμε το άμοιρο πλάσμα μέσα; Δεν υπάρχει άλλη μέθοδος;

Γιατρός: Καμία απολύτως.: « Σε περίπτωση έκθεσης σε κρύο ή σε ήλιο …»

Ματζάβ: «σε περίπτωση που… το ένα και σε περίπτωση που… το άλλο!!! Τι να μου πουν όλα αυτά; Πείτε μου καθαρά και ξάστερα τι πρέπει να γίνει; Η τακτική σας είναι πολύ σκληρή για το παιδί και  το κακόμοιρο είναι τόσο ήσυχο παρά τον πόνο και την ασθένεια του. Μου ραγίζει την καρδιά να τον βλέπω να καταπίνει με δυσφορία το φάρμακο που του δώσατε.

Γιατρός: Μμμμ αποτελεσματικό! Γι αυτό και ο σοφός Χιαμπάνα λέει:« Στην Ιατρική όπως και στις συμβουλές, ό,τι δεν είναι ευχάριστο είναι  και το πιο σωστό!».  Λοιπόν, Ώρα να φεύγω. ( Βγαίνει)

( Μπαίνει ο Γεροχωρικός ο Τζαφάρ)

Ματζάβ: Α! Εσύ μας έλειπες τώρα!

Γέρος: Μα γιατί; Δε δαγκώνω!

Ματζάβ: Δε δαγκώνεις, αλλά  ξεσηκώνεις σε παιχνίδια τα πιτσιρίκια.

Γέρος: Κι εσύ τι φοβάσαι; Ούτε πιτσιρίκος είσαι, ούτε έχεις παιδιά στο σπίτι.

Ματζάβ: Κι όμως.  Έχω εδώ ένα αγοράκι.

Γέρος: Αλήθεια λες; Πως; (Πως κι έτσι;)

Ματζάβ: Θυμάσαι που η γυναίκα μου ήθελε πολύ να υιοθετήσει ένα παιδί;

Γέρος: Ναι, παλιά ιστορία. Εσύ όμως δεν ήθελες.

Ματζάβ: Γνωρίζεις αδελφέ πόσο δύσκολο είναι το μεροκάματο. Πως θα μπορούσα να έχω  ένα ξένο παιδί,  και να ξοδεύω γι αυτό λεφτά που βγάζω με τόσο κόπο.. Δεν το θελα καθόλου… Αλλά αυτό το αγόρι έχει αγγίξει την καρδιά μου με έναν ανεξήγητο τρόπο..

Γέρος: Άρα λοιπόν αυτό είναι το πρόβλημα σου. Δίνεις όλα σου τα λεφτά γι αυτόν,  κι αντί να στεναχωριέσαι είσαι τρισευτυχισμένος, ε;

Ματζάβ: Παλαιότερα  είχα πάθος με το χρήμα. Ήθελα να δουλεύω για τα λεφτά. Τώρα όμως ξέροντας ότι τα λεφτά που βγάζω πάνε για αυτό το παιδί, το πάθος μου έγινε χαρά

Γέρος: Και πώς τον βρήκες;

Ματζάβ: Είναι γιος ενός συγχωριανού της γυναίκας μου, που τον είχε σαν αδελφό. Η μάνα του πέθανε όταν ήταν ακόμη βρέφος, και τις προάλλες πέθανε και ο πατέρας του.

Γέρος: Κακόμοιρο πλασματάκι. Άρα, με χρειάζεται οπωσδήποτε…

Ματζάβ: Ο Γιατρός λέει ότι όλα τα όργανα μέσα στο κορμάκι του είναι σα να έχουν τσακωθεί το ένα με το άλλο. Δεν υπάρχουν πολλές  ελπίδες να σωθεί. Μόνο μία θεραπεία: Να τον κρατήσω μακριά από τον αέρα και τον ήλιο του Φθινοπώρου.  Και συ είσαι Μεγάλος μπελάς! Τι σου ‘ρθε στην ηλικία σου να θες να βγαίνεις και να παίζεις με τα παιδιά;

Γέρος: Θεός φυλάξει! Έγινα κι εγώ τόσο κακός όσο ο αέρας και ο ήλιος του φθινοπώρου!  Όμως φίλε μου σου λέω πως εκτός απ το να  παίζω έξω με τα παιδιά, ξέρω κι άλλα  παιχνίδια που κρατάνε τα παιδιά μέσα στο σπίτι.  Όταν τελειώσω τις δουλειές μου θα έρθω να γίνουμε φίλοι με το αγόρι. (Βγαίνει).

(Μπαίνει ο Αμάλ)

Αμάλ: Θείε, θείε σου μιλάω..

Ματζάβ :  Ναι… εσύ είσαι Αμάλ;

Αμάλ: Δεν μπορώ να βγω καθόλου έξω στην αυλή;

Ματζάβ: Όχι καλέ μου.

Αμάλ: Κοίτα, να εκεί που η θεία αλέθει τις φακές  και ο σκίουρος κάθεται με την ουρά του σηκωμένη και με τα χεράκια του μαζεύει τις φλούδες απ’ τις φακές και τις τραγανίζει. Δεν μπορώ να τρέξω  ως εκεί;

Ματζάβ: Όχι, χρυσό μου.

Αμάλ:Μακάρι να’ μουν σκιουράκι… Θα ‘ταν τόσο ωραία! Θείε γιατί δε μ’ αφήνεις να πάω εδώ γύρω;

Ματζάβ: Ο Γιατρός είπε ότι σου κάνει κακό να βγαίνεις έξω.

Αμάλ: Μα πώς μπορεί ο Γιατρός να ξέρει;

Ματζάβ: Τι είναι αυτά που λες; Δεν ξέρει ο Γιατρός: αυτός που διαβάζει  κοτζάμ  βιβλία!

Αμάλ:  Δηλαδή τα βιβλία του τα μαθαίνουν όλα;

Ματζάβ:   Φυσικά, δεν το ξέρεις; !!

Αμάλ (με αναστεναγμό) Α! είμαι τόσο ηλίθιος , αφού δεν έχω διαβάσει κανένα βιβλίο

Ματζάβ: Κι όμως για σκέψου: Οι πιο μορφωμένοι άνθρωποι σου μοιάζουν, δεν βγαίνουν απ’ τα σπίτια τους.

Αμάλ: Αλήθεια;

Ματζάβ: Φυσικά, ξημεροβραδιάζονται πάνω απ’ τα βιβλία και δεν τους ενδιαφέρει τίποτα άλλο. Λοιπόν μικρούλη,  θα μορφωθείς  κι εσύ,  και μετά θα κάθεσαι και συ στο σπίτι σου μπροστά απ αυτά τα τεράστια βιβλία και οι άνθρωποι θα σε δείχνουν και θα λένε: Είναι απίθανος!

Αμάλ: όχι, όχι θείε σε παρακαλώ! Δεν θέλω να γίνω μορφωμένος! Δε θέλω!

Ματζάβ: Καλέ μου , εγώ πάντως  θα χα σωθεί αν ήμουν μορφωμένος.

Αμάλ:  Θα προτιμούσα θα τριγύριζα και να τα έβλεπα ΟΛΑ,  όσα υπάρχουν..

Ματζάζ: Μα τι λες; Τι υπάρχει εκεί έξω που θες τόσο να δεις;

Αμάλ:  Βλέπεις απ’ το παράθυρο αυτόν τον μακρινό λόφο; Συχνά λαχταράω να πάω εκεί και ακόμη πιο μακριά..

Ματζάβ: Βρε χαζούλη! Λες και δεν έχεις κάτι άλλο να κάνεις από το να ανεβαίνεις στις κορφές των λόφων! Δε μιλάς λογικά παιδί μου. Αφού αυτοί οι λόφοι στέκουν ακλόνητοι σαν εμπόδια, σημαίνει ότι κανείς δεν πάει πιο πέρα αυτούς. Διαφορετικά ποιος ο λόγος να στοιβαχτούν όλες αυτές οι πέτρες εκεί πέρα;

Αμάλ: Θείε, πραγματικά πιστεύεις ότι χρειάζονται για να σε εμποδίσουν να τους διαβείς; Εμένα μου φαίνεται ότι επειδή η γη δεν μπορεί να μιλήσει, σηκώνει τα χέρια της στον ουρανό και χαιρετάει. Και αυτοί που ζουν μακριά και κάθονται μόνοι τους στα παράθυρα τους μπορούν να δουν το σινιάλο τους. Αλλά υποθέτω ότι οι μορφωμένοι δεν θα…

Ματζάβ: Όχι, δεν έχουν χρόνο για τέτοιες ανοησίες, δεν είναι τρελοί σαν και σένα.

Αμάλ: Ξέρεις, χθες γνώρισα κάποιον, που είναι τρελός σαν και μένα!  Είχε ένα ραβδί από μπαμπού στους ώμους και πάνω του δεμένο ένα μπογαλάκι, κράταγε ένα μπρούτζινο κανάτι στο αριστερό του χέρι και φορούσε ένα ζευγάρι παλιά παπούτσια. Κατευθυνόταν προς τους λόφους πέρα απ’ την κοιλάδα. Του φώναξα ρωτώντας τον «Που πηγαίνεις;», εκείνος απάντησε «Δεν ξέρω…,» ,«οπουδήποτε». Τον ξαναρώτησα «Γιατί πας;» και αυτός μου είπε: « Πηγαίνω να ψάξω για δουλειά», αλήθεια, εσύ θείε, πρέπει να ψάχνεις για δουλειά;

Ματζάβ: Φυσικά και πρέπει. Ξέρεις πόσος κόσμος ψάχνει για δουλειά στις μέρες μας..

Αμάλ:  Τι καλά! Θα βγω κι εγώ να ψάξω…

Ματζάβ:  Μμμμ,  ψάχνεις, ψάχνεις μα δε βρίσκεις….

Αμάλ: Αυτό θα ‘ταν ακόμα καλύτερο! Τότε θα έπρεπε να πάω πιο μακριά! Τον είδα να περπατάει αργά φορώντας εκείνα τα φθαρμένα παπούτσια. Έφτασε κοντά στη συκιά εκεί που κυλάει το νερό, σταμάτησε, έπλυνε τα πόδια του στο ρυάκι..Μετά έβγαλε μέσα απ ‘το δισάκι του ένα παξιμάδι το έβρεξε κ άρχισε να τρώει.. και μετά ξαναπήρε το ραβδί του ανασήκωσε τα ρούχα του πάνω απ ‘τα γόνατα και διέσχισε το ρέμα. Ζήτησα άδεια απ ’τη θεία  να με αφήσει να πάω ως το ρέμα, να φάω κι  εγώ  το παξιμάδι μου σαν αυτόν.

Ματζάβ: Και τι σου είπε;

Αμάλ: Η θεία είπε: «Γίνε καλά και θα πάμε μαζί ως εκεί». Σε παρακαλώ θείε πες μου πότε θα γίνω καλά;

Ματζάβ: Δε θα αργήσεις καρδούλα μου.

Αμάλ:   Ναι ε; Αμέσως μόλις γίνω καλά θα πάω!

Ματζάβ:  Και που θα πας;

Αμάλ: Θα περπατάω, θα διασχίζω πολλά ποτάμια, πλατσουρίζοντας στο νερό. Όλοι θα κοιμούνται με τις πόρτες των σπιτιών τους κλειστές μέσα στη ζέστη της μέρας και εγώ θα πηγαίνω με τα πόδια μακριά ,πολύ μακριά να ψάχνω για δουλειές.

Ματζάβ: Καλύτερα πρώτα να γίνεις καλά …

Αμάλ: Και τότε θείε, δε θα θέλεις να γίνω μορφωμένος ,έτσι δεν είναι;

Ματζάβ: Εσύ, τι θα θελες να γίνεις;

Αμάλ:  Δεν ξέρω.  Δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι τώρα. Αλλά θα σου πω αργότερα.

Ματζάβ:  Πολύ καλά λοιπόν. Πρόσεξε όμως, δε πρέπει να φωνάζεις και να μιλάς σε αγνώστους ξανά!

Αμάλ:  Μα μου αρέσει να μιλάω σε αγνώστους!

Ματζάβ: Κι αν σε κλέψουν, αν σε απαγάγουν;

Αμάλ: θα ήταν καταπληκτικό! Αλλά κανένας δε θέλει να με πάει πουθενά. Όλοι θέλετε να μείνω μέσα.

Ματζάβ:  Φεύγω, πάω για δουλειά.. καρδούλα μου, μη βγεις έξω εντάξει;

Αμάλ: Εντάξει  θείε. Όμως άσε με να κάτσω σ’ αυτό το δωμάτιο που βλέπει στο δρόμο.

(Βγαίνει ο Ματζάβ)

Γαλατάς: Τυράκια, τυράκια, ωραία τυράκια!

Αμάλ: Ε, κύριε τυροπώλη!

Γαλατάς: Ορίστε, θες να αγοράσεις τυράκια;

Αμάλ: Πώς να τ’ αγοράσω, δεν έχω λεφτά.

Γαλατάς:  Παιδιά!! Τότε γιατί με φώναξες; Χάνω το χρόνο μου.

Αμάλ:  Θα ‘θελα να  ερχόμουν μαζί σου αν μπορούσα.

Γαλατάς: Μαζί μου;

Αμάλ: Ναι, όταν σε ακούω θυμάμαι το σπίτι μου.

Γαλατάς: (χαμηλώνει την πραμάτεια) Μα γιατί κάθεσαι εδώ παιδί μου;

Αμάλ: Ο γιατρός είπε να μη βγαίνω καθόλου έξω κι έτσι κάθομαι εδώ όλη μέρα.

Γαλατάς: Καημένο παιδί, τι έχεις;

Αμάλ: Δεν ξέρω. Βλέπετε δεν είμαι μορφωμένος. Αλήθεια από πού έρχεστε;

Γαλατάς: Απ ’το χωριό μας.

Αμάλ:   Το Χωριό σας; Είναι μακριά;

Γαλατάς:   Το χωριό μας είμαι κοντά στον ποταμό Σαμλί στους πρόποδες του Παντσ-Μούρα.

Αμάλ:   Αχ, οι λόφοι του Παντς-Μούρα! Ο ποταμός Σαμλί!  Νομίζω ότι το ‘χω δει το χωριό σας. Αλλά δε θυμάμαι πότε.

Γαλατάς:    Αλήθεια το ξέρεις; Έχεις πάει στους πρόποδες του βουνού;

Αμάλ:  Δεν έχω πάει αλλά θυμάμαι να τα έχω δει. Το χωριό σας είναι κάτω από κάτι θεόρατα δέντρα, νομίζω  τα λένε Banyan, εκεί,  δίπλα στο δρόμο με το κοκκινόχωμα, σωστά;..

Banyan tree

Γαλατάς: Ναι, σωστά!

Αμάλ:  Και στις πλαγιές βόσκουν αγελάδες…

Γαλατάς: Ναι βέβαια,  πολλά κοπάδια…

Αμάλ: Και οι γυναίκες φοράνε κόκκινες μαντίλες (ή σάρι)  Και γεμίζουν τις στάμνες τους στο ποτάμι και τις κουβαλάνε πάνω στο κεφάλι τους.

Γαλατάς: Ναι όντως , έτσι γίνεται. Οι  γυναίκες κουβαλάνε νερό από το ποτάμι και φοράνε κόκκινες μαντίλες ( ή Σάρι). Τότε φίλε μου θα πρέπει σίγουρα να έχεις επισκεφτεί το χωριό μου.

Αμάλ:  Στ ‘αλήθεια κύριε Γαλατά ποτέ δεν πήγα εκεί. Τη μέρα όμως που ο γιατρός θα μου επιτρέψει να βγω έξω, εσύ ο ίδιος θα με πας στο χωριό σου.

Γαλατάς: Ναι αγόρι μου, θα χαρώ πολύ να πάμε μαζί.

Αμάλ:  Και θα μου μάθεις πώς να φωνάζω «τυράκια, τυράκια!» και να κουβαλάω το κοφίνι στους ώμους μου, όπως εσύ, και να περπατάω στον μακρύ δρόμο;

Γαλατάς: Καλό μου παιδί πως σου ήρθε αυτή η ιδέα; Γιατί να θέλεις να πουλάς τυρί; Όχι! Εσύ θα μάθεις να διαβάσεις τα μεγάλα βιβλία και θα γίνεις μορφωμένος.

Αμάλ:  Μα δε θέλω να γίνω μορφωμένος. Ποτέ!  Θα γίνω σαν και σένα και θα παίρνω τα τυράκια μου από το χωριό, θα κατεβαίνω τον κόκκινο δρόμο , θα περνάω  κοντά στα πελώρια δέντρα Banyan. ..Και θα πουλάω τα τυράκια σε κάθε χωριό που συναντώ. Ω! Μάθε με να φωνάζω «τυράκια, τυράκια, ωραία,  νόστιμα τυράκια!»

Γαλατάς: Τι εννοείς; Να σου μάθω να διαλαλείς την πραμάτειά σου;

Αμάλ: Ναι σε παρακαλώ, δεν ξέρεις τι όμορφα αισθάνομαι όταν ακούω τη φωνή σου από την στροφή του δρόμου. Είναι όπως όταν ακούω τον ήχο που κάνουν οι χαρταετοί όταν σχίζουν τις άκρες του ουρανού.

Γαλατάς: Καλό μου παιδί να… έλα… πάρε αυτά τα τυράκια.

Αμάλ: Μα δεν έχω χρήματα.

Γαλατάς: Όχι, όχι  χρήματα. Θα με ευχαριστούσες αν έπαιρνες τα τυράκια που σου προσφέρω.

Αμάλ: Μήπως σας καθυστερώ; Χάσατε το χρόνο σας μαζί μου;

Γαλατάς: Καθόλου. Δεν έχασα τίποτα. Ίσα ,ίσα που μου έμαθες πώς να είμαι ευτυχισμένος πουλώντας τα τυράκια μου. (Βγαίνει)

Αμάλ: (κάνει πρόβα) Τυράκια, τυράκια, ωραία, νόστιμα τυράκια!… Από το χωριό των Γαλατάδων!.. απ’ τα βουνά Παντς –Μούρα!…. κοντά στις όχθες του Σαμλί!… Ωραία τυράκια! ..     Το πρωί οι γυναίκες βάζουν τις αγελάδες στη σειρά και τις αρμέγουν, κάτω απ’ τα δέντρα, και το απόγευμα πήζουν το τυρί. Τυράαααακια, Τυράαααάκια!  Α! Να κι ο φρουρός που κάνει  την περιπολία του. Γεια! Έλα να μιλήσουμε!

Φρουρός: Γιατί κάνεις φασαρία; Δε με φοβάσαι;

Αμάλ: Όχι, γιατί;

Φρουρός : Δε φοβάσαι μήπως σε συλλάβω;

Αμάλ: Και που να με πας; Μακριά; Πέρα από τους λόφους;

Φρουρός: Ας πούμε ότι σε πάω κατευθείαν στο βασιλιά!

Αμάλ: Στο βασιλιά!! Μπορείς να το κάνεις;… Αλλά ο γιατρός δε θα με αφήσει… Κανείς δε μπορεί να με πάρει μακριά, πρέπει να μένω όλη μέρα κλεισμένος εδώ..

Φρουρός: Δε σ’ αφήνει ο γιατρός. Κακόμοιρο. .Κατάλαβα. Το πρόσωπό σου φαίνεται χλωμό.. και αυτοί οι μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια σου..Και οι φλέβες σου, που πετάγονται ..

Αμάλ: Φρουρέ, θα βαρέσεις το γκονγκ;

Φρουρός: Δεν είναι η ώρα ακόμη.

Αμάλ: Τι περίεργο! Άλλοι λένε δεν ήρθε ακόμα η ώρα κι άλλοι ότι ο χρόνος πέρασε. Αλλά σίγουρα η δική σου ώρα έρχεται  τη στιγμή που βαράς το γκονγκ.

Φρουρός: Δεν το βαράω στην ώρα μου αλλά στην ώρα του!

Αμάλ: Αχ πόσο μου αρέσει να ακούω το γκονγκ! Το μεσημέρι μόλις φάμε, ο θείος πάει στη δουλειά και η θεία αποκοιμιέται διαβάζοντας τη Ραμαγιάνα, και στην αυλή το σκυλί μας κουλουριάζει τη μύτη του μες στην ουρά του.. Τότε χτυπάει το γκονγκ. Νταν! Νταν ! Νταν! Αλήθεια γιατί χτυπάει;

Φρουρός: Χτυπάει για να πει στους ανθρώπους « Ο χρόνος δεν περιμένει κανέναν, αλλά προχωρά στο άπειρο».

Αμάλ: Που; Προς τα πού πάει;

Φρουρός: Εκεί που κανείς δεν ξέρει.

Αμάλ: Άρα κανείς δεν έχει φτάσει ως εκεί. Μακάρι να πέταγα μαζί με τον χρόνο μέχρι το άγνωστο αυτό μέρος.

Φρουρός: Όλοι θα βρεθούμε εκεί μια μέρα μικρέ μου.

Αμάλ: Κι εγώ;

Φρουρός:  Ναι, και εσύ!

Αμάλ:  Μα ο γιατρός δε θα με αφήσει να φύγω.

Φρουρός: Κάποια μέρα ο ίδιος ο γιατρός θα σε πάρει από το  χέρι για να πας εκεί.

Αμάλ: Δεν το νομίζω. Δεν τον ξέρεις καλά. Όλο μέσα με κρατάει.

Φρουρός: Κάποιος πιο ισχυρός από τον γιατρό έρχεται και μας απελευθερώνει.

Αμάλ: Και πότε θα ‘ρθει αυτός ο σπουδαίος γιατρός; Δεν αντέχω άλλο εδώ μέσα.

Φρουρός: Μη μιλάς έτσι παιδί μου.

Αμάλ: Καλά… όμως είμαι εδώ , εδώ που με έβαλαν να μένω …να μην το κουνάω ρούπι. Μα σαν χτυπάει το γκονγκ,  «νταν, νταν ,νταν» , νιώθω τον ήχο του  να φτάνει στην καρδιά μου. . Και.. να σε ρωτήσω: τι γίνεται μέσα σε αυτό το μεγάλο κτίριο στην άλλη πλευρά του δρόμου, που πάνω του κυματίζει η σημαία ;

Φρουρός: Α, εκεί λες; Εκεί είναι το καινούριο Ταχυδρομείο μας.

Αμάλ: Ταχυδρομείο; Ποιανού ταχυδρομείο;

Φρουρός: Μα του βασιλιά φυσικά!

Αμάλ: Φτάνουν τα γράμματα του βασιλιά ως εδώ;

Φρουρός: Ναι και μια μέρα μπορεί να στείλει  ένα γράμμα και σε εσένα.

Αμάλ:   Σε μένα;- μα, είμαι μικρός.

Φρουρός:  Στα μικρά παιδιά ο βασιλιάς στέλνει μικρά γράμματα.

Αμάλ: Τι ωραία! Πότε θα έρθει το γράμμα μου; Και πως το ξέρεις ότι θα μου γράψει;

Φρουρός:  Για σκέψου… Γιατί να φτιάξει  Ταχυδρομείο ακριβώς απέναντι από το παράθυρό σου και να σου ανεμίσει  τη χρυσή σημαία;

Αμάλ: Και ποιος θα μου φέρει το γράμμα ;

Φρουρός: Έχει πολλούς ταχυδρόμους. Δεν τους έχεις δει με τα χρυσοκέντητα σήματα στο στήθος;

Αμάλ: Και που πηγαίνουν;

Φρουρός: Από πόρτα σε πόρτα, σε ολάκερη τη χώρα.

Αμάλ: Θέλω κι εγώ να  γίνω ταχυδρόμος του βασιλιά όταν μεγαλώσω!

Φρουρός:  Ωραία! Χα, χα! Ταχυδρόμος! Με βροχή ή με λιακάδα να παραδίδεις  γράμματα σε κάθε σπίτι, απ’ άκρη σ’ άκρη ..  σπουδαία δουλειά!

Αμάλ: Ναι, αυτό ακριβώς είναι που μου αρέσει. Γιατί (χαμο)γελάς; Ε, και η δικιά σου η δουλειά καλή είναι. Μέσα στη ζέστη του μεσημεριού, όταν όλα είναι ήσυχα,  ή τη νύχτα που η λάμπα σβήνει, ΝΤΑΝ! Ακούγεται το γκονκ σου. ΝΤΑΝ, ΝΤΑΝ, ΝΤΑΝ!

Φρουρός: Ωχ! Ο αρχηγός του χωριού! Πρέπει να φύγω! Αν με πιάσει να συζητάω μαζί σου την έχω άσχημα.

Αμάλ: Ο αρχηγός; Που είναι;

Φρουρός: Κάτω στη δημοσιά, βλέπεις εκείνη την τεράστια ομπρέλα από φύλλα φοίνικα που χοροπηδάει; Αυτός είναι!

Αμάλ:  Φαντάζομαι  ότι ο βασιλιάς τον όρισε αρχηγό..

Φρουρός: Τον όρισε ο βασιλιάς; Όχι βέβαια. Είναι ένας ιδιότροπος  ανακατωσούρας.  Το μόνο που ξέρει είναι να γίνεται αντιπαθητικός και όλοι τον φοβούνται. Για τη φάρα του είναι  παιχνίδι να βάζει τον κόσμο σε μπελάδες. Πρέπει να φύγω. Η δουλειά μου δε μπορεί να περιμένει. Θα ξαναπεράσω αύριο το πρωί να σου φέρω τα νέα του χωριού. (βγαίνει)

Αμάλ: Θα ήταν πολύ ωραία, να μπορούσα να έπαιρνα ένα γράμμα την  ημέρα από το Βασιλιά. Θα τα διάβαζα εδώ στο παράθυρο. Όμως δεν ξέρω να διαβάζω. Ποιος θα μου τα διαβάζει; Ίσως η θεία, αφού μπορεί να διαβάζει τη Ραμαγιάνα , να μπορεί να διαβάσει και τα γράμματα του Βασιλιά. Κι αν δε μπορεί  να βγάλει τα γράμματα του, τότε θα τα φυλάξω, κι όταν μεγαλώσω,  θα τα διαβάσω. Κι αν δε με βρει ο ταχυδρόμος; Αρχηγέ! Αρχηγέ! Να σας πω κάτι;

Αρχηγός: Ε! εσύ μικρή μαϊμού; Τι θες και φωνάζεις;

Αμάλ: Εσύ είσαι ο αρχηγός που όλοι σε σέβονται..

Αρχηγός: Ναι, ναι εγώ είμαι (κολακευμένος).  Εδώ εγώ κάνω κουμάντο.

Αμάλ: Κάνεις κουμάντο και στους  ταχυδρόμους του βασιλιά;

Αρχηγός:  Φυσικά… είναι καθήκον τους να με… Μα την πίστη μου, θα ήθελα να δω…

Αμάλ: Μπορείς να πεις στον ταχυδρόμο ότι ο Αμάλ  τον περιμένει εδώ, στο παράθυρο;

Αρχηγός: Για ποιο λόγο να το κάνω αυτό;

Αμάλ: Σε περίπτωση που έχει γράμμα για μένα.

Αρχηγός: Γράμμα για σένα! Ποιος θα σου στείλει εσένα γράμμα;

Αμάλ:  Αν μου στείλει ο βασιλιάς..

Αρχηγός: Χα, χα! Τι περίεργος που είσαι μικρέ! Χα, χα ! Είσαστε επιστήθιοι φίλοι και  του χεις λείψει!; Περίμενε ως αύριο και θα πάρεις το γράμμα σου.

Αμάλ: Αρχηγέ γιατί μου μιλάς έτσι; Είσαι τσαντισμένος;

Αρχηγός: Μα την πίστη μου είμαι! Πολύ μάλιστα! Εσύ, να παίρνεις γράμματα από τον βασιλιά! Αφεντικά και δούλοι ίσοι γινήκαμε ούλοι!! Κάτι μηχανεύτηκε ο Θείος σου- Ας  τον βρω και θα τον  χορέψω στο ταψί. Θα φροντίσω να  έρθει  ένα φιρμάνι  από τον βασιλιά, να σαι σίγουρος!

Αμάλ: Όχι ,δε χρειάζεται, μη μπαίνεις στον κόπο.

Αρχηγός: Και γιατί όχι; Θα πω στον βασιλιά για σένα και δε θα καθυστερήσει. Θα στείλει  απεσταλμένο σαν μάθει  τα χαμπέρια σου…  Η αναίδεια του θείου σου με τρελαίνει! Θα σταματήσει όμως τις ανοησίες του σαν τα μάθει αυτά ο βασιλιάς (βγαίνει)

Αμάλ: Ποιος είναι εκεί; Αχ τι ωραία που ακούγονται τα κουδουνάκια στα πόδια σου! Σταμάτα λίγο να σε δω..

Σουντά: Δεν έχω χρόνο για χάσιμο , είναι ήδη αργά!

Αμάλ: Κατάλαβα, δε θες να μείνεις εδώ, ούτε κι εγώ θέλω, αλλά…

Σουντά: Η όψη σου μοιάζει με τα τελευταία, χλωμά  άστρα του πρωινού! Τι έχεις;

Αμάλ: Δεν ξέρω. Απλά ο γιατρός μου απαγορεύει να βγω έξω.

Σουντά: Ε, τότε μη βγαίνεις! Πρέπει να ακούς τον γιατρό. Θα τους θυμώσεις αν δεν είσαι υπάκουος. Καταλαβαίνω ότι θα ‘χεις βαρεθεί να κάθεσαι εδώ συνέχεια και να κοιτάς. Θες να σου κλείσω λίγο το παράθυρο;

Αμάλ: όχι, όχι άφησε το μου ανοιχτό. Είναι το μόνο που’ χει μείνει ανοιχτό. Μα πες μου, ποια είσαι; Δε σε ξέρω.

Σουντά: Με λένε Σουντά.

Αμάλ:  Σουντά;

Σουντά:  Ναι.  Είμαι η κόρη του ανθοπώλη.

Αμάλ: Και τι κάνεις;

Σουντά: Μαζεύω λουλούδια στο καλάθι μου.

Αμάλ: Α! για αυτό τα πόδια σου κουδουνίζουν τόσο ωραία! Επειδή μαζεύεις λουλούδια! Μακάρι να ‘μουν μαζί σου εκεί έξω! Θα ανέβαινα και θα σου μάζευα τα ωραιότερα λουλούδια από τα ψηλά κλαδιά που δε θα έφτανες.

Σουντά: Αλήθεια; Γνωρίζεις τα λουλούδια καλύτερα από μένα;

Αμάλ: Ναι, αρκετά καλά. Ξέρω και μύθους με δέντρα και λουλούδια: με τον λωτό, την ίριδα, τον νάρκισσο , τη δάφνη… Αν μπορούσα να βγω,  θα σε έπαιρνα να πάμε στο πυκνό δάσος. Εκεί  που το κολιμπρί πίνει τους χυμούς από τα άνθη. Θα ήμουν ο Υάκινθος και εσύ η Ίριδά μου.

Σουντά:  Τι χαζός που είσαι; Πώς να είμαι η Ίριδα αφού είμαι η Σουντά, η κόρη του ανθοπώλη; Πρέπει να πλέκω τόσες πολλές γιρλάντες κάθε μέρα. Πόσο θα ήθελα να άραζα εδώ μαζί σου και να μην κάνω τίποτα! Όπως εσύ.

Αμάλ: Και τι θα έκανες τότε;

Σουντά: Θα έπαιζα με την κούκλα μου, τη νύφη, και το γατάκι μου τον Μενί.. αλλά πέρασε η ώρα, άργησα και δε θα βρίσκω λουλούδια..

Αμάλ: Μείνε λίγο ακόμα, μου αρέσει τόσο η παρέα σου.

Σουντά: Ε, έλα! Μη γίνεσαι κακό παιδί! Κάτσε εδώ και όταν τελειώσω με τα λουλούδια θα περάσω πάλι να τα πούμε.

Αμάλ: Και θα με αφήσεις να πάρω ένα λουλούδι;

Σουντά: θα πρέπει να το πληρώσεις.

Αμάλ: Θα στο πληρώσω, όταν μεγαλώσω.

Σουντά: Πολύ καλά τότε, έγινε!

Αμάλ: Θα γυρίσεις όταν μαζέψεις τα λουλούδια, ε;

Σουντά: Ναι , θα έρθω.

Αμάλ: Δε θα με ξεχάσεις;  Με λένε Αμάλ, να το θυμάσαι!

Σουντά:  Δε θα σε ξεχάσω, θα δεις. (Βγαίνει)

(Έρχεται μια ομάδα παιδιών)

Αμάλ: Εεε! Φιλαράκια! Για πού το βάλατε;

Αγόρια: Πάμε να παίξουμε.

Αμάλ:  Τι παιχνίδι θα παίξετε;

Αγόρια: Θα κάνουμε τους ζευγάδες.

Πρώτο Αγόρι: Αυτό (κρατάει ένα ραβδί) θα είναι το υνί μας.

Δεύτερο αγόρι: Εμείς οι δυο θα κάνουμε τα βόδια.

Αμάλ: Και θα παίζετε όλη μέρα;

 Αγόρια: Ναι, όλη μέρα.

Αμάλ:  Και θα γυρίσετε το βράδυ από το δρομάκι κοντά στην όχθη;

Αγόρια: Ναι.

Αμάλ: θα περάσετε από δω όταν γυρνάτε;

Αγόρια: Γιατί δεν βγαίνεις τώρα να παίξουμε; Έλα!

Αμάλ: Δε με αφήνει ο γιατρός.

Αγόρια:  Ο γιατρός! Μμμμμ!  Μάλλον κάποιοι σαν και σένα ακούνε τους γιατρούς. Φεύγουμε, είναι αργά!

Αμάλ: Μη φεύγετε! Δε θέλετε να παίξετε εδώ έξω να σας βλέπω;

Αγόρια: Και τι να παίξουμε εδώ;

Αμάλ: Με τόσα παιχνίδια που έχω  .. να πάρτε τα! Δε μ’ αρέσει να παίζω μόνος μου. Δε μου χρειάζονται,  μόνο κάθονται και γεμίζουν σκόνη.

Αγόρια: Τι ωραία παιχνίδια! Να ένα πλοίο και  στρατιωτάκια του Βρετανικού στρατού! Και μας αφήνεις να τα πάρουμε όλα; Δε σε πειράζει;

Αμάλ: Καθόλου, πάρτε τα.

Αγόρια: Δεν τα θες πίσω;

Αμάλ: Όχι, δε θα τα χρειαστώ.

Αγόρια: Και δε θα σε μαλώσουν γι’ αυτό ;

Αμάλ: Όχι, μα θα ήθελα να έρχεστε  να παίζετε εδώ για λίγο κάθε πρωί. Θα σας δώσω κι άλλα, όταν αυτά παλιώσουν.

Αγόρια: Εντάξει.  Ε, παιδιά, ας βάλουμε τα στρατιωτάκια στη σειρά. Θα παίξουμε «μάχη»! Αλλά που θα βρούμε όπλα; Α! να αυτό το καλάμι είναι μια χαρά. Μα εσύ αποκοιμήθηκες ήδη..

Αμάλ: Μάλλον νυστάζω. Νιώθω έτσι νυσταγμένος κάτι φορές. Κάθομαι και τόση ώρα εδώ. Πόνεσε η πλάτη μου.

Αγόρια: Μα ακόμα είναι μέρα. Πως και νύσταξες; (ΝΤΑΝ!)  Ακούστε! Ο φρουρός σήμανε το πρώτο  γκονγκ.

Αμάλ: Ναι! ΝΤΑΝ! ΝΤΑΝ! ΝΤΑΝ! Μου χτυπάει για να πάω για ύπνο.

Αγόρια: Τότε φεύγουμε, θα ξανάρθουμε αύριο το πρωί.

Αμάλ: Παιδιά, θέλω να σας ρωτήσω κάτι πριν φύγετε . Εσείς που είσαστε συνέχεια έξω.. μήπως ξέρετε τους ταχυδρόμους του βασιλιά;

Αγόρια: Τον ένα τον λένε  Μπαντάλ και έναν άλλο  Σαράτ. Υπάρχουν τόσοι πολλοί.

Αμάλ: Αν είχα γράμμα θα με έβρισκαν;

Αγόρια: Ναι, αν ήταν το όνομά σου γραμμένο πάνω στο γράμμα.

Αμάλ: Σας παρακαλώ ,όταν έρχεστε αύριο, πείτε σε έναν  τους να  έρθει  μαζί σας,  να με δει, για να με μάθει .

Αγόρια: Εντάξει, αφού το θέλεις.

αυλαία

………………………………………………………………………………………………

 

 

 

                                     ΠΡΑΞΗ 2η

( Ο Αμάλ είναι στο κρεβάτι)

Αμάλ: Θείε, δεν μπορώ να πάω ως το παράθυρο; Θα θυμώσει ο γιατρός;

Ματζάβ: Ναι, βλέπεις χειροτέρεψες αφότου άρχισες να  κάθεσαι εκεί .

Αμάλ: Δεν ξέρω αν αυτό φταίει που χειροτέρεψα, αυτό που ξέρω είναι ότι νιώθω καλά όταν κάθομαι εκεί.

Ματζάβ: Όχι, δεν κάνεις καλά! Πας και κάθεσαι και πιάνεις κουβέντα με όλους-νέους και γέρους,  σα να χω στημένο ένα τσίρκο κάτω απ ’το περβάζι μου. Η κατάσταση δεν αντέχεται. Δες.. το πρόσωπό σου είναι  τόσο χλωμό.

Αμάλ: Θείε, ανησυχώ μήπως περάσει ο Φακίρης μου και δε με δει.

Ματζάβ: Ο Φακίρης  σου;

Αμάλ:  Έρχεται και μου μιλάει για τις μακρινές χώρες που έχει επισκεφτεί. Μ’ αρέσει πολύ να τον ακούω.

Ματζάβ: Μα πως γίνεται αυτό, δε γνωρίζω να υπάρχει κανένας Φακίρης εδώ.

Αμάλ: Τέτοια ώρα έρχεται. Σε παρακαλώ ρίξε μια ματιά κι αν ήρθε πες του να περάσει  μέσα να με δει.

(Μπαίνει Ο Γεράκος ντυμένος Φακίρης)

Αμάλ:  Ήρθες! Έλα, κάτσε κοντά μου Φακίρη!

Ματζάβ: Θεέ και κύριε…. Αυτός είναι ο…

Γέρος: ( Κλείνει μάτι) Είμαι ο Φακίρης.

Ματζάβ: Εσύ είσαι ο Φακίρης κι εγώ ο σπιτονοικοκύρης. Θα τρελαθώ ο δόλιος!

Αμάλ: Που ήσουν αυτή τη φορά, Φακίρη;

Γέρος: Στη νήσο των παπαγάλων. Μόλις επέστρεψα.

Ματζάβ: Στη νήσο των παπαγάλων!!!

Γέρος: Ναι, τι το παράξενο βρίσκεις; Δεν είμαι σαν και του λόγου σου. Μπορώ να πεταχτώ μέχρι και τα πιο απίθανα μέρη. Να , (χτυπά δαχτυλάκι) έτσι απλά.

Αμάλ: (χειροκροτάει) Τι ωραία! Θυμήσου ότι μου υποσχέθηκες να πάρεις ακόλουθό σου  όταν γίνω καλά.

Γέρος: Μα βέβαια, και θα σου μάθω κάτι κόλπα που τίποτα, ούτε στη γη, ούτε στη θάλασσα , θα σταθεί εμπόδιο στο διάβα σου.

Ματζάβ: Τι χαζομάρες είναι αυτές;

Γέρος: Αγαπημένε μου Αμάλ, μπορεί να διαφεντεύω όλα τα στοιχειά σε στεριά και θάλασσα, μα αν ο θείος σου ενωθεί με τον γιατρό  δε νομίζω ότι θα τους καταφέρω.

Αμάλ: Ο θείος δε θα πει τίποτα στον γιατρό. Κι εγώ θα κάτσω εδώ φρόνιμα. Μα σαν γίνω καλά, θα φύγουμε μαζί.

Ματζάβ: Καημένο παιδί, του έχει γίνει έμμονη ιδέα! Πόσο λυπάμαι..

Αμάλ: Πες μου Φακίρη ,πως είναι στο νησί των Παπαγάλων;

Γέρος: Είναι σαν τη χώρα των θαυμάτων. Είναι το βασίλειο των πουλιών. Άνθρωπος δε υπάρχει εκεί. Μόνο πτηνά. Και  όλα απλά πετούν και τραγουδούν.

Αμάλ: Είναι κοντά στη θάλασσα;

Γέρος: Φυσικά. Πάνω στη θάλασσα! Τα πουλιά ζουν σε κάτι καταπράσινους λόφους και όταν ο ήλιος βασιλέψει και ο ουρανός γίνει κατακόκκινος τα πουλιά πετάνε πίσω στις φωλιές τους.

Αμάλ: Θα έχει και καταρράκτες!

Γέρος: Φυσικά! Γίνεται βουνό χωρίς καταρράκτη; Και τα νερά του είναι σαν χυτά  διαμάντια, που καθώς πέφτουν στα βότσαλα,  τα κάνουν να τραγουδούν και να χορεύουν τραβώντας  προς τη θάλασσα. Κανένας γιατρός δε μπορεί να τα σταματήσει. Και  πόσο άχαρος και ασήμαντος  ένιωθα εγώ εκεί ,χωρίς φτερά. Αν είχα φτερά θα έχτιζα μια μικρή καλύβα, πλάι στις φωλιές τους και θα έμενα εκεί –για πάντα-να μετράω τα κύματα.

Αμάλ:   Αχ και να ήμουνα Κι εγώ πουλί!

Γέρος:   Ναι.., μα έμαθα πως τα κανόνισες με τον Γαλατά να γίνεις πωλητής τυριού όταν μεγαλώσεις. Μου φαίνεται πως  με αυτή τη δουλειά δε θα ‘σουν και πολύ χρήσιμος στα πουλιά. Δε θα ‘χες και πολλή πελατεία!

Ματζάβ: Φτάνει πια! Θα με τρελάνετε εσείς οι δύο! Φεύγω.

Αμάλ: Πέρασε ο Γαλατάς θείε;

Ματζάβ: Και γιατί να μην περάσει;  Δεν θα τον πείραζε να κάνει μερικά θελήματα για σένα και τον Φακίρη σου στο νησί των παπαγάλων. Τέλος πάντων.. πέρασε και σου άφησε και λίγα τυράκια. Είπε πως τρέχει με το γάμο του ανιψιού του στο χωριό, πρέπει να πάει να βρει ορχήστρα..

Αμάλ:  Θα με παντρέψει και μένα, με τη μικρή του ανιψιά.

Γέρος: χω! Χω! Έχουμε και προξενιό!

Αμάλ:  Ναι! Είπε ότι η νύφη θα είναι όμορφη με μαργαριτάρια στα αφτιά της και θα φοράει ένα κόκκινο μαντήλι (σάρι). Και το πρωί θα αρμέγει τη μαύρη αγελάδα, και θα μου δίνει ζεστό γάλα με αφρό μέσα σε μια πήλινη κούπα. Και το βράδυ αφού θα επιθεωρεί τον στάβλο  κρατώντας τη λάμπα της, θα έρχεται να κάτσει δίπλα μου , να μου πει ιστορίες..

Γέρος : Περίφημα! Η προοπτική βάζει και μένα σε πειρασμό που είμαι  ερημίτης! Μην ανησυχείς για το γάμο, όλα θα γίνουν και το σπίτι θα γεμίσει από νύφες!!

Ματζάβ: Πάψε πια! Δεν αντέχω άλλο!   ( Βγαίνει)

Αμάλ: Φακίρη, τώρα που ο θείος έφυγε ,πες μου ήρθε κανένα γράμμα από τον Βασιλιά για μένα στο Ταχυδρομείο;

Γέρος: Φαντάζομαι πως έχει ξεκινήσει αλλά δεν έφτασε ακόμα.

Αμάλ: Και που να βρίσκεται; Μήπως είναι εκεί που ο δρόμος στρίβει μέσα στο δάσος και ο ουρανός είναι καταγάλανος μετά τη βροχή;

Γέρος: Ναι εκεί βρίσκεται. Κατεργαράκο που τα ξέρεις όλα αυτά;!

Αμάλ:  Δεν ξέρω πως ,αλλά μου είναι όλα ξεκάθαρα. Νομίζω ότι τα χω δει όλα κάποτε. Δεν ξέρω πότε. Να, εκεί κατεβαίνει το λόφο ο απεσταλμένος του βασιλιά, κρατάει ένα φανάρι στο χέρι, και έχει έναν σάκο με γράμματα στον ώμο, περνάει το λόφο, περνάει το ποτάμι, το χωράφι με τη βρώμη, τα ζαχαροκάλαμα, να! Χάθηκε μέσα στα ψηλά ζαχαροκάλαμα!  Α! Φάνηκε πάλι.. είναι στην κοιλάδα, ακούω τον γρύλλο, δε φαίνεται ψυχή εκεί,  μονάχα το μπεκατσίνι που χώνει το ράμφος του στη λάσπη να βρει να φάει…  Τον νιώθω ότι πλησιάζει και η καρδιά μου όλο και χτυπά πιο δυνατά.

Γέρος: Είμαι γέρος και δε βλέπω καλά, μα είναι σα να τα βλέπω μπροστά μου..

Αμάλ: Να σου πω Φακίρη, εσύ ξέρεις το βασιλιά που χει αυτό το ταχυδρομείο;

Γέρος: Φυσικά. Τον επισκέπτομαι κάθε μέρα να μου δώσει ελεημοσύνη.

Αμάλ:  Όταν γίνω καλά και τον επισκεφτώ  να του ζητήσω κι εγώ κάτι;

Γέρος:  Δε θα χρειαστεί να το κάνεις, θα σου το δώσει από μόνος του.

Αμάλ: Όχι, εγώ λέω να πάω στη μεγάλη πύλη και να φωνάξω « Νίκη σε σένα βασιλιά» και να χορέψω στον ήχο του ταμπούρλου και να του ζητήσω μια χάρη..

Γέρος: Και τι χάρη θα του ζητούσες;

Αμάλ: Θα έλεγα «Κάνε με ταχυδρόμο σου, να γυρνάω με το σάκο μου από πόρτα σε πόρτα. Μη με αφήνεις  κλεισμένο μέσα».

Γέρος: Σου είναι δύσκολο να μένεις μες στο σπίτι..

Αμάλ: Όχι, μόνο στην αρχή δεν πέρναγαν οι ώρες. Μα τώρα που άνοιξε το ταχυδρομείο, θέλω να είμαι στο σπίτι.  Όταν έρθει το γράμμα μου να είμαι εδώ, κι ας μένω μόνος μου. Άραγε θα καταλάβω όσα θα ‘χει  γράψει ο βασιλιάς στο γράμμα..

Γέρος:  Κι αν ακόμα δε μπορούσες να το διαβάσεις, δε θα ήταν εξίσου σημαντικό να έπαιρνες ένα γράμμα με το όνομά σου επάνω;

(μπαίνει ο Ματζάβ)

Ματζάβ:  Γνωρίζετε σε τι μπελάδες με βάλατε οι δυο σας;

Γέρος: Τι συμβαίνει;

Ματζάβ: Κυκλοφόρησε μια φήμη, ότι ο βασιλιάς με το ταχυδρομείο του θα σας στείλει γράμματα..

Γέρος: Ε, και τι μ’ αυτό;

Ματζάβ:  Αυτός ο αχρείος ο αρχηγός  το σφύριξε ανώνυμα στον βασιλιά.

Γέρος:  Δεν το ξέρεις πως «ουδέν κρυπτόν υπό τον… βασιλέα…

Ματζάβ: Ακριβώς γι αυτό, γιατί δεν πρόσεξες; Γιατί χρησιμοποίησες το όνομά του… «επί ματαίω»; Θα με καταστρέψετε!

Αμάλ: Πες μου Φακίρη , θα θυμώσει ο βασιλιάς;

Γέρος: Να θυμώσει; Ανοησίες! Να θυμώσει με ποιόν; Με ένα παιδί σαν κι εσένα ή με έναν Φακίρη σαν εμένα; Αν μου θύμωνε θα έπαυα να μοιράζομαι τις σκέψεις μου μαζί του.

Αμάλ:  Φακίρη, νιώθω ένα μαύρο πέπλο πάνω απ’ τα βλέφαρά μου , απ’ το πρωί. Όλα μου φαίνονται σαν σε όνειρο. Δε θέλω να μιλήσω άλλο, θέλω να σιωπήσω. Δε θα έρθει το γράμμα του βασιλιά; Αν.. αν το δωμάτιο ξαφνικά άρχιζε να διαλύεται, να λιώνει..

Γέρος (κάνοντας του αέρα με βεντάλια): Το γράμμα θα έρθει σίγουρα , παιδί μου, σίγουρα!

(Μπαίνει ο γιατρός)

Γιατρός: Πως νιώθουμε;

Αμάλ:  Σήμερα γιατρέ νιώθω σαν περδίκι!  Σαν να έφυγε όλος ο πόνος.

Γιατρός: (παραδίπλα, στον Ματζάβ) Δε μου αρέσει πολύ αυτό το χαμόγελο. Δεν είναι καλό σημάδι το ότι νιώθει καλά. Τα συγγράμματα  επισημαίνουν…

Ματζάβ: Για όνομα του θεού γιατρέ, άσε τα συγγράμματα . Πες μου τι θα γίνει;

Γιατρός: Φοβάμαι πως… σε προειδοποίησα  καιρό πριν…

Ματζάβ: Κι εγώ τον φρόντισα με προσοχή, δεν τον άφησα να βγει καθόλου. Και τα παράθυρα ήταν  κλειστά.

Γιατρός: Ο αέρας σήμερα έχει μια περίεργη αίσθηση. Δε μου αρέσει. Μοιάζει αρρωστημένος.  Κλείσε την εξώπορτα, μη δεχτείς επισκέπτες, κι αν έρθει κάποιος , ας μπει από την πίσω πόρτα. Κλείσε και το παντζούρι, οι ακτίνες του ήλιου τον κρατάνε ξύπνιο.

Ματζάβ: Ο Αμάλ έκλεισε τα μάτια του. Θα κοιμήθηκε. Αχ γιατρέ έφερα εδώ ένα παιδί που μου ήταν ξένο και το αγάπησα σαν δικό μου, και τώρα πρέπει να τον χάσω!

Γιατρός: Τι συμβαίνει; Κατέφθασε  ο άρχων του χωριού- τι μπελάς! Φεύγω. Βεβαιώσου ότι όλες οι πόρτες είναι καλά κλεισμένες. Θα στείλω μια γερή δόση φαρμάκου μόλις φτάσω σπίτι. Να το πιει όλο, μπορεί και να τον θεραπεύσει-αν του είναι γραφτό να σωθεί. (Βγαίνει ο Γιατρός και ο Ματζάβ)

(Μπαίνει ο Αρχηγός)

Αρχηγός:  Γεια σου μικρέ αχινέ!

Γέρος: (σηκώνεται βιαστικά) Σσσσσσς! Κάνε ησυχία!

Αμάλ: Όχι Φακίρη μου, δεν κοιμάμαι, νόμιζες ότι κοιμάμαι; Κι όμως τα ακούω όλα. Ακόμα και φωνές από μακριά. Νιώθω τη μητέρα και τον πατέρα μου να μου μιλάνε καθισμένοι κοντά στο μαξιλάρι μου.

(Μπαίνει ο Ματζάβ)

Αρχηγός: Ματζάβ, έμαθα ότι τελευταία συναναστρέφεσαι με γαλαζοαίματους.

Ματζάβ: Αρχηγέ, άσε τα πειράγματα, είμαστε απλοί άνθρωποι.

Αρχηγός: Μα… το παιδί από δω περιμένει γράμμα από τον βασιλιά.

Ματζάβ: Μη το ξεσυνερίζεσαι. Παιδί είναι.

Αρχηγός: Μα γιατί, γιατί; Καλύτερη οικογένεια δε θα έβρισκε ο βασιλιάς. . Και γιατί άλλωστε να στήσει το ταχυδρομείο του απέναντί σας.. Ναι! Είσαι το φιλαράκι του βασιλιά, μικρέ αχινέ. Να το γράμμα σου! (του κουνάει ένα κενό χαρτί). Ορίστε! Χα, χα, χα, χα! Να το !

Αμάλ: Σε παρακαλώ, μη με κοροϊδεύεις. Φακίρη, λέει αλήθεια;

Γέρος: Ναι καρδούλα μου. Εγώ ο φακίρης σου στο βεβαιώνω: είναι το γράμμα του.

Αμάλ:  Δε μπορώ να δω. Δε βλέπω τίποτα πάνω στο χαρτί. Τι λέει το γράμμα αρχηγέ;

Αρχηγός: Ο βασιλιάς λέει: « Φθάνω σύντομα! Ετοιμάστε μου προσφορές: Κατά προτίμηση κροκέτες ρυζιού! Το μενού του παλατιού μου φαίνεται πλέον άγευστο!» Χα, Χα, Χα!

Ματζάβ:(με σφιγμένες γροθιές) Σε παρακαλώ, αρχηγέ, μην αστειεύεσαι με αυτά τα πράγματα…

Γέρος: Όντως  η κατάσταση είναι σοβαρή! Εδώ καθαρά και ξάστερα ο βασιλιάς γράφει ότι θα έρθει ο ίδιος να δει τον Αμάλ, μαζί  με τον βασιλικό γιατρό.

Αμάλ: Φακίρη! Φακίρη! Άκου! Η τρομπέτα του! Ακούς;

Αρχηγός: Χα! χα! χα! Κάτσε να ξεκουτιάνει τελείως και θα την ακούσει.

Αμάλ: Αρχηγέ, νόμιζα ότι μου είχες θυμώσει και ότι δε με συμπαθούσες. Ποτέ δεν πίστευα ότι εσύ θα μου έφερνες το γράμμα του βασιλιά. Επίτρεψέ μου να σου υποκλιθώ…

Αρχηγός: Πρέπει να ομολογήσω ότι αυτό το παιδί διαθέτει  σεβασμό. Είναι κάπως ανόητο, αλλά έχει καλή καρδιά.

 Αμάλ: Σε λίγο ο φρουρός θα βαρέσει το τέταρτο γκονγκ. Βγήκε ο Αποσπερίτης; Πως είναι; Δεν μπορώ να δω…

Γέρος: Είναι κλειστά όλα τα παράθυρα, θα τα ανοίξω.

(κτύπος απέξω)

Ματζάβ: Ποιος στο καλό είναι πάλι…

Φωνή: Ανοίξτε την πόρτα!

Ματζάβ: Άγνωστη φωνή. Ποιος να είναι;

Αρχηγός: Ποιος είναι εκεί; Σας μιλάει ο άρχοντας του χωριού! Τι έγινε, σας έσκιαξα; Αυτό ήταν, αρχηγού παρόντος πάσα αρχή παυσάτω!

Ματζάβ: (κοιτά απ ’το παράθυρο) Οι φωνές σταμάτησαν, αλλά μου φαίνεται ότι έσπασαν την πόρτα.

(Μπαίνει ο κήρυκας του Βασιλιά)

Κήρυκας: Η αυτού μεγαλειότης ο βασιλιάς  αφικνείται  απόψε!

Αρχηγός: Ωχ, Θεέ μου! Πώς;

Αμάλ: Απόψε… τι ώρα;

Κήρυκας: Μόλις ο φρουρός χτυπήσει το γκονγκ του δύο φορές. Ο βασιλιάς στέλνει τον πιο σπουδαίο του γιατρό να εξετάσει τον μικρό του φίλο! (μπαίνει ο βασιλικός Γιατρός)

Βασιλικός Γιατρός: Μα τι κατάσταση είναι αυτή; Γιατί είναι όλα κλειστά! Ανοίξτε διάπλατα τις πόρτες και τα παράθυρα! (εξετάζοντας τον Αμάλ) Πως αισθάνεσαι αγόρι μου;

Αμάλ: Πολύ καλά, γιατρέ, πολύ καλά. Όλος μου ο πόνος πέρασε. Τι φρεσκάδα! Και τι ωραία που μπορώ να δω όλα τα αστέρια,  σα να μου γνέφουν εκεί ψηλά, πέρα απ’ το σκοτάδι.

Γιατρός: Θα είσαι σε θέση να σηκωθείς απ’ το κρεβάτι όταν έρθει ο βασιλιάς;

Αμάλ: Φυσικά, ανυπομονώ να σηκωθώ. Θα πω στον βασιλιά να μου δείξει τον πολικό αστέρα.  Δε θυμάμαι ακριβώς τη θέση του.

Γιατρός: Θα στα δείξει όλα. (στον Ματζάβ) Θα πας να φέρεις λουλούδια να στολίσουμε για την άφιξη του βασιλιά; (δείχνοντας τον αρχηγό) Δεν μπορεί να παραμείνει εδώ αυτός!

Αμάλ: Όχι γιατρέ, αφήστε τον. Είναι φίλος. Αυτός , μου έφερε το γράμμα του βασιλιά.

Γιατρός: Πολύ καλά, ας μείνει αν είναι φίλος σου..

Ματζάβ: ( στο αφτί του Αμάλ) Ο βασιλιάς σε αγαπάει Αμάλ.  Έρχεται αυτοπροσώπως να σε δει, μήπως, να του ζήταγες κάτι..ξέρεις σε τι δύσκολη κατάσταση βρισκόμαστε.

Αμάλ: Μην ανησυχείς θείε.. έχω ήδη  βρει τι θα του ζητήσω.. Θα του πω να με κάνει ταχυδρόμο του για να πηγαίνω παντού και να μοιράζω τις επιστολές του.

Ματζάβ: Αυτό θα του ζητήσεις όλο κι όλο; (Χτυπάει το κούτελο του)

Αμάλ: Τι θα προσφέρουμε στο βασιλιά, θείε, όταν έρθει;

Κήρυκας:  Ο βασιλιάς ζήτησε κροκέτες ρυζιού!

Αμάλ: Σωστά, κροκέτες ρυζιού, αρχηγέ όπως το’ πες!

Αρχηγός: Θα ειδοποιήσω στο σπίτι μου να κάνουμε μια ωραία ετοιμασία για τον ερχομό του βασιλιά…

Γιατρός: Δε χρειάζεται.  Σωπάστε όλοι. Τον πλησιάζει ο ύπνος. Θα κάτσω στο πλάι του. Πέφτει σιγά – σιγά σε λήθαργο… Σβήστε τη λάμπα… αφήστε μόνο το φως των αστεριών  μες στο δωμάτιο…

Ματζάβ: (στον Γέρο) Τι κάθεσαι σαν άγαλμα, ανησυχώ, σε τι θα βοηθήσει να κλείσουμε τα φώτα, δεν καταλαβαίνω, τι θα συμβεί;…

Γέρος: Ησυχία, άπιστε!

(μπαίνει η Σουντά)

Σουντά: Αμάλ!

Γιατρός:  Σσσσσσς… Κοιμάται.

Σουντά: Έχω κάτι λουλούδια για τον Αμάλ.  Θέλω να του τα δώσω, στο χέρι του…

Γιατρός: Έλα.

Σουντά: Πότε θα ξυπνήσει;

Γιατρός: Αμέσως μόλις τον φωνάξει ο βασιλιάς.

Σουντά: Μπορείτε να του ψιθυρίσετε κάτι από μένα στ’  αφτί του;

Γιατρός: Τι να του πω;

Σουντά: Πείτε του… πως η Σουντά δεν τον ξέχασε.

Αυλαία

Ένα μικρό σχόλιο

Όμως τι μας κάνει σήμερα να αναζητούμε μια επιστροφή στον χρόνο του παρελθόντος; Ίσως το ιστορικό έλεος των άλλων μορφών της υποκειμενικότητας και η ελπίδα μας στους μικρούς πολίτες – παιδιά. Γιατί τώρα μπορούμε να σκεφτούμε τι άφησε χωρίς επεξεργασία ο ιστορικός χρόνος που κύλησε κι άφησε μετέωρα τα δικαιώματα του παιδιού. Το άκουσμα του ονόματος του Janusz Korczak έκανε πάλι επίκαιρη τη μνήμη και την κρίση μας. Τι μας θύμισε σ΄ όλους το όνομα του δασκάλου Korczak, όταν τα ερείπια της Ευρώπης που μας αφήσει το Ολοκαύτωμα και ο φασισμός μάς ξεπερνούν και μόλις και μετά βίας μπορούν να μας δώσουν τον μονόλογο του Άμλετ; Πόσο απαραίτητη είναι ακόμη μια μεταφραστική εμπειρία με τον τρόπο του αμετάφραστου του Derrida και της πολλά υποσχόμενης ερμηνευτικής του Gadamer ή του Ricouer; Ο δάσκαλος της ιστορίας του Ολοκαυτώματος, με το παράδειγμα της ζωή του, είναι ο Janusz Korczak, ο Πολωνός δάσκαλος ο οποίος πέθανε μαζί με τα παιδιά του ορφανοτροφείου του στην Τρεμπλίνκα. Τα παιδιά είχαν στερηθεί την ιδιότητα του πολίτη γιατί ήταν από άλλη φυλή, γιατί ήταν παιδιά Εβραίων και ο δάσκαλος τα συνόδεψε στο τελευταίο τους ταξίδι. Μαζί κι αυτός. Ο δάσκαλος διάλεξε «Το ταχυδρομείο» (1914) του Ταγκόρ για την τελευταία πορεία θανάτου. Το Ολοκαύτωμα είναι πια αντικείμενο διδασκαλίας και εντάσσεται σ’ αυτήν την παράδοση της πολιτειότητας και της απώλειας της ιδιότητας του πολίτη. Έτσι κι αλλιώς, όπως μας λέει και ο Primo Levi, το Ολοκαύτωμα και το στρατόπεδο συγκέντρωσης μας κάνει ακόμα και σήμερα να σκεπτόμαστε και να βλέπουμε κατάματα την πραγματικότητα χωρίς να κρυβόμαστε. [Μπάμπης Μπαλτάς, Αθήνα 2016]