Για το φιλμ «Το αγόρι και ο κόσμος»

Menino_Mundo_16

Ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα για το φιλμ του Άλε Αμπρέου «Το αγόρι και ο κόσμος» (2013)

Χαράλαμπος Μπαλτάς

Σύντομα θα έχουμε στα σχολεία μας ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα γι’ αυτό το φιλμ που μας το έφερε στη χώρα μας το «Νεανικό Πλάνο», για μικρούς και μεγάλους, με τη συνεργασία πολλών εκπαιδευτικών. Μεταξύ αυτών και από την ομάδα του «Σκασιαρχείου» της Αθηνάς Καρανάση, της Έλενας Μολασιώτη και του Μπάμπη Μπαλτά μια παιδαγωγική συμβολή γι’ αυτό το φιλμ που απουσιάζει αναπαραστατικά το σχολείο.

Με παράδοξο τρόπο το σχολείο που απουσιάζει είναι αυτό της προβολής του φιλμ. Το έργο ολοκληρώνεται με την προβολή του. Ο εκπαιδευτικός έχει τη δυνατότητα να δουλέψει μέρη του φιλμ πριν την προβολή και μέρη του φιλμ μετά την προβολή. Για να συμβεί το «φανέρωμα» της απουσίας του σχολείου. Αυτό το σχολείο που μπορούν τα παιδιά ως ιδέα ενός προγράμματος να σχεδιάσουν έτσι ώστε να οικειοποιηθούν κριτικά τις αλλαγές του κόσμου που βιώνουν: τον νεοφιλελευθερισμό, την παγκοσμιοποίηση, την εγκατάλειψη της γης από το κεφάλαιο, την μετανάστευση, τη στροφή στο φασισμό και τις αναδυόμενες πολιτικές αντιστάσεις. Όλα ξεκινούν με την κίνηση και το παιχνίδι. Το παιδί παίζει. Το παιδί δημιουργεί σχέσεις με το βλέμμα του, την κίνηση και την αφή. Το παιδί πειραματίζεται και αποκτά εικόνα το πώς το βλέπουν οι άλλοι. Το παιδί συσχετίζεται με τα υλικά. Το παιδί αυτοσχεδιάζει. Το παιδί κινείται και μετακινείται. Το παιδί αποκτά μια διαλεκτική εικόνα της σχέσης του χρόνου με τον χώρο. Το παιδί είναι οι ζωγραφιές του. Το παιδί κάνει τον κόσμο ένα αεροδρόμιο που απογειώνεται και προσγειώνεται. Το παιδί ανοίγεται στον κόσμο. Ο κόσμος μοιάζει με ένα επιτραπέζιο παιχνίδι τόσο αγαπημένο στα παιδιά, όπου οι κορμοί των δέντρων γίνονται δρόμοι και τσουλήθρες. Οι δροσοσταλίδες σε κάνουν να γλιστράς και τα κλωνάρια των δέντρων γίνονται ένα γαϊτανάκι που μπορεί να σε εκτοξεύσει ψηλά. Κι από εκεί να δεις πάλι τον κόσμο.

Καθώς κάθε παιδί έχει δικαίωμα στο λόφο του, αυτό το κάνει να ψηλώνει και βλέποντας τον κόσμο από ψηλά να αποκτά αίσθηση της δικής του υποκειμενικότητας. Αίφνης όμως, το παιδί σταματά να παίζει. Οι αισθήσεις που σηματοδοτούν αυτή τη βίαια διακοπή της σχέσης του με τα πράγματα είναι η ακοή και η όραση. Τα μαύρα σύννεφα στα οποία βρίσκεται και ο ήχος του τρένου μαζί με την «μπουρού» του, σηματοδοτούν το τέλος της αθωότητας.  Η ιστορία αναστέλλει την α – χρονιότητα του παιχνιδιού. Ο κόσμος είναι το συγκείμενο: τοπικότητα, η παγκοσμιοποίηση, η χώρα του η Βραζιλία ή το μικρό αγρόκτημα των πρώτων στιγμών της ζωής του. Ο κόσμος όμως είναι αυτός που παραδίδεται στις αγορές, είτε αφορά την πρόεδρο Ντίλμα Ρούσεφ στη Βραζιλία που έχει τις αναφορές του το φιλμ, είτε τον δυτικό κόσμο με τα χρέη του και το βαρύ τίμημα που πληρώνουν οι λαοί του. Η ανεργία στη Βραζιλία μπορεί να μειώθηκε από το Κόμμα Εργατών την τελευταία δεκαετία, όμως αυτό δεν σημαίνει πως η μετανάστευση δεν συνεχίζεται ή ότι η κοινωνική πολιτική δεν δοκιμάζεται.

Αν στην αρχή της προηγουμένης δεκαετίας ο νους του προέδρου Λούλα ήταν στην απασχόληση, στην διεύρυνση της εσωτερικής αγοράς στην αναδιανομή του πλούτου και την ανάπτυξη δημοσίων υπηρεσιών, ο νους των τελευταίων κυβερνήσεων της Βραζιλίας, είναι στα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, την αποβιομηχάνιση, στη μείωση του νερού, στη παιδική φτώχεια, τα κοινωνικά κινήματα τα οποία βρίσκονται στους δρόμους και στον ραντιέρικο καπιταλισμό. Το Σάο Πάουλο, η οικονομική πρωτεύουσα της Βραζιλίας, είναι μια μεγαλούπολη που στεγνώνει καθώς μένει χωρίς πόσιμο νερό. Το αγόρι αρχίζει να καταλαβαίνει αυτόν τον νεοφιλελεύθερο κόσμο από τόσο μικρή ηλικία που γίνεται ακόμη μικρότερη από τη στέρηση της γλώσσας. Και τον καταλαβαίνει μέσα από το πηγάδι που αρέσκεται να κοιτά το βάθος του. Το αγόρι κάνει ένα διανοητικό και συμμετοχικό ταξίδι στο προσανατολισμένο από το βλέμμα του κόσμο.

Η μετάβαση από τον κόσμο της παιδικής ηλικίας στο κόσμο του πραγματικού επιτυγχάνεται μέσα από την πτώση, αυτή την κατάσταση του υποκείμενου που την γνωρίζουμε μέσα από την φαινομενολογία και τον υπαρξισμό. Αυτή η πτώση επιταχύνεται μέσα από την «μπουρού» του τρένου, μέσα από την είσοδο της βιομηχανικής εποχής ως πρόσληψη του κόσμου από το παιδί και την πρώτη βίαιη επαφή με τον κόσμο των ενηλίκων. Το μπαλόνι γίνεται ένα αλεξίπτωτο κι κόσμος ένα επιτραπέζιο «φιδάκι» για να ενωθούν όλοι αυτοί οι χώροι που είναι ξεχωριστοί. Η επιστροφή στο σπίτι είναι η επιστροφή στη πρώτη παιδική ζωγραφιά. Το σπίτι, αυτό το «κατοικείν» του Heidegger, αυτή η επιστροφή στο ρίζωμα των πρώτων αναπαραστάσεων είναι αντιμέτωπο με τον κίνδυνο της ρήξης με την πρωτογενή ενότητα.

Ο μπαμπάς φεύγοντας εισάγει την ψυχαναλυτική απουσία και η μαμά με την ομπρέλα μια αισθητική πρόσληψη της φύσης, όπως την ξέρουμε στον ιμπρεσιονισμό. Ο κόσμος του παιδιού για άλλη μια φορά είναι αντιμέτωπος με την ριζική εξωτερικότητα, αυτή την φαινομενολογική συνθήκη του κόσμου. Η οικογένεια χωρίς αναπλήρωση από άλλο θεσμό, όπως είναι το σχολείο, η ομάδα συνομηλίκων ή ευρύτερη αναφορά στην κοινότητα, τίθεται και αίρεται μέσα από τις οικονομικές σχέσεις της από – παραγωγικότητας και της μετανάστευσης. Ο παιδικός κόσμος του παιδιού συνυφασμένος με την οικογενειακή ζωή έρχεται αντιμέτωπος με την μετανάστευση του πατέρα και την πιο δραματική ψυχαναλυτικά απουσία του. Η ενόραση του πατέρα στις σκηνές της καθημερινής ζωής, η ταύτισή του με την παραγωγή αλλά και την από – παραγωγικοποίηση που υφίσταται ο τόπος, τον κάνει να φεύγει για να αναζητήσει αλλού δουλειά. Η ομορφιά του κόσμου και η έρημος σε αντίθεση μαζί της μεσολαβούνται από την επένδυση ή την εγκατάλειψη. Το όνομα του Οιδίποδα είναι το νέο όνομα του αγοριού καθώς οι μέρες που περνούν του ξυπνούν την επιθυμία να δει τον πατέρα του. Ένα ταξίδι για να τον συναντήσει δεν είναι πολύ διαφορετικό απ’ αυτό που κάνει ο Οιδίποδας, ή αν είναι ταιριάζει πιο πολύ στο νομαδικό υποκείμενο των Deleuze και Guattari, που έχει ως όνομα το ακριβώς αντίθετο του, τον αντί – Οιδίποδα. Ονόματα – μεταμορφώσεις της επιθυμίας, καθώς και το ίδιο το όνομα του αγοριού θα μείνει σχεδόν ακατονόμαστο. (περιοδικό «Παιδεία και Κοινωνία», τχ. 107, Κυριακάτικη Αυγή, 1/5/2016, σελ. 11)