Το «Συνεργατικό Ινστιτούτο Λαϊκού Σχολείου» (MCEP) της Ισπανίας και το κίνημα Freinet

Freinet

Το κείμενο που ακολουθεί είναι ο πρόλογος του Jaume Carbonell Sebarroja για το βιβλίο που εκδόθηκε στην Ισπανία με τίτλο «Χτίζοντας το σχολείο, Οι τεχνικές Freinet πενήντα χρόνια μετά» (2017) [Construyendo escuela, Octaedro, 2017] για τα 50 χρόνια από τον θάνατο του Σελεστέν Φρενέ.

Αυτό το βιβλίο έχει μια μεγάλη ιστορία. Άλλαξα τον χρόνο στην Βαρκελώνη και το 2018 με βρήκε να είμαι στην La Rambla και να ψάχνω στα βιβλιοπωλεία το όνομα του Σελεστέν Φρενέ. Στο πρώτο μεγάλο βιβλιοπωλείο που πήγα, το Casa de Libro, ενώ βρήκα μεγάλα ράφια με παιδαγωγική το όνομα του δασκάλου μας απουσίαζε. Υπήρχαν βέβαια όλα τα άλλα ονόματα της παιδαγωγικής, από τον Freire και τον Ferrer, μέχρι την Montessori και τον Steiner. Μου έκανε εντύπωση. Και σε άλλα βιβλιοπωλεία που πήγα δεν υπήρχε το όνομά του στα ράφια. Το μοιράστηκα με ένα υπάλληλο το μουσείο Miro και με παρέπεμψε στο βιβλιοπωλείο La Thentral. Πήγα γνωρίζοντας το πόσο δύσκολο είναι να βρω κάτι. Στον υπάλληλο του βιβλιοπωλείου που απευθύνθηκα μου είπε πως αυτό το όνομα δεν υπάρχει στα αρχεία του. Του ζήτησα το τμήμα της παιδαγωγικής, όπως έκανα με όλα τα βιβλιοπωλεία και είδα πως έχει περίπου χίλιους τίτλους. Μπήκα στο κόπο να δω τις ράχες των βιβλίων και να ψηλαφίζω τα βιβλία ένα – ένα. Η παιδαγωγική είχε πολλούς τίτλους και κοιτούσα εξονυχίστηκα ότι μπορούσα. Και το βρήκα!!!! Πώς; ο υπάλληλος είχε καταχωρίσει μόνο τον τίτλο «Χτίζοντας το σχολείο» κι όχι τον υπότιτλο «Οι τεχνικές Freinet πενήντα χρόνια μετά»!!!! Και ο ίδιος δεν το πίστευε πως μπορεί να έχει αυτό το βιβλίο που αναζητούσα!!!! Η φίλη μου που με έβλεπε να αγωνίζομαι τόσο καιρό δεν το πίστευε! Το ταξίδι μου στην Βαρκελώνη έφερε κάτι όμορφο για την ομάδα μας. Η Νεκταρία Χαριτάκη, η μεταφράστρια του βιβλίου, κάποια στιγμή θα μας το έχει έτοιμο. Θερμές ευχαριστίες. Θα αλληλογραφήσουμε και με την παιδαγωγική ομάδα της Ισπανίας και θα το εκδώσουμε.

Μαζί με την τεκμηρίωση της ταινίας «Η γλώσσα της πεταλούδας» (1999) που ετοιμάζει η Αρετή Πότσιου κι άλλα υλικά που συλλέγουμε για την δεκαετία του ’30, τότε που ο Φρενέ μπαίνει στην Ισπανία, σε λίγο καιρό θα είμαστε έτοιμοι/ ες να δούμε τον δάσκαλό μας  και την παιδαγωγική του στην Ισπανία να συνομιλεί με τα κοινωνικά κυήματα και να είναι και η ίδια κίνημα. Στο μεσοπόλεμο στην Ελλάδα δεν το είχαμε αυτό. Η πρόσληψή του είναι διαφορετική κι έχουμε ένα μεγάλο κείμενο στο βιβλίο μας (Celestin Freinet, Θεσμική και κριτική παιδαγωγική, Εκδόσεις των Συνάδελφων, 2017)  γι’ αυτή. Ελπίζουμε αυτά τα κινηματικά χαρακτηριστικά της παιδαγωγικής του να τα έχουμε εμείς τώρα.

Μπάμπης Μπαλτάς, Αθήνα 2/8/2018

            Η ζώσα μνήμη της λαϊκής παιδαγωγικής

Jaume Carbonell Sebarroja

Όσο ασχολούμαι με την εκπαίδευση ως παιδαγωγός και δημοσιογράφος έχω το προνόμιο να απολαμβάνω αδιάλειπτα τη γοητευτική παρουσία του Φρενέ, και του σχεδίου του για το σύγχρονο δημόσιο σχολείο. Η πρώτη μου ενημέρωση γι’ αυτόν ήταν στις αρχές της δεκαετίας του ’60 σ’ ένα θερινό σχολείο της Ρόσα Σενσάτ. Επίσης έμαθα για κάποια σχολεία που εισήγαγαν τις τεχνικές, αλλά όχι τις μεθόδους του – απόχρωση με σημασία που πάντα επεδίωκε να τονίζει ο δάσκαλος της Βανς (θαλάσσιες Γαλλικές Άλπεις), προκειμένου να διαφοροποιείται από λοιπές προτάσεις του νέου σχολείου: «Οι μέθοδοι συνιστούν ένα πρότυπο και κλειστό σύνολο εκπαιδευτικών στρατηγικών. Αντιθέτως, οι τεχνικές έχουν χαρακτήρα προσωρινό, ανοικτό και εξελικτικό». Επιπλέον, ανταποκρίνονται πάντοτε σε εκπαιδευτικούς σκοπούς.

Λίγο αργότερα, όταν αποδύθηκα στην έρευνα για την εκπαίδευση στη 2η Δημοκρατία, ανακάλυψα ότι ήδη από τότε οι ιδέες του Φρενέ είχαν εισδύσει στο ισπανικό κράτος. Γύρω από τον Ερμίνιο Αλμένδρος, συγγραφέα του βιβλίου «Η τυπογραφία στο σχολείο» [La imprenta en la escuela] ξεκίνησε να υφαίνεται ένα κίνημα που μοιραζόταν προβληματισμούς, εμπειρίες, σχολικά περιοδικά και άλλων ειδών πόρους. Ορισμένοι από τους δασκάλους εκείνους τουφεκίστηκαν – όπως ο Αντόνιο Μπενάιγες, όπως αφηγείται το συγκινητικό ντοκιμαντέρ «Ο Πορτρετίστας» [El retratista] – κι άλλοι φυλακίστηκαν ή εξοντώθηκαν. Οι δάσκαλοι που εξορίστηκαν στο Μεξικό, όπως ο Πατρίθιο Ρεδόνδο, ο Ραμόν Κόστα Tζόου και ο Χοσέ δε Τάπια κατάφεραν να ανοίξουν σχολεία ακολουθώντας το ρεύμα της λαϊκής εκπαίδευσης. Ο Φρενέ υποστήριξε σθεναρά τον αγώνα των δημοκρατικών στη διάρκεια του εμφυλίου – δέχθηκε στο σχολείο του προσφυγόπουλα από την Ισπανία, και δημοσίευσε πλήθος άρθρων στήριξης όπου τάσσεται υπέρ της στράτευσης του εκπαιδευτικού σε δυο παράλληλα μέτωπα, το σχολικό και παιδαγωγικό και το πολιτικό και κοινωνικό: «Οι Ισπανοί εργάτες και αγρότες χτίζουν εκ των ένδον, και ταυτόχρονα πολεμούν. Δεν διανοούμαστε ότι οι σύντροφοί τους θα δημιουργούσαν μια νέα παιδαγωγική δίχως να νοιάζονται για ό,τι συμβαίνει στην πόρτα του σχολείου. Κι ούτε κατανοούμε τους συντρόφους που παθιάζονται με τη μαχητική δράση, τηρώντας ωστόσο στις τάξεις τους στάση συντηρητική».

Ο Γάλλος δάσκαλος δεν αντιλαμβανόταν την παιδαγωγική αναμόρφωση αποκομμένη από τη μάχη για την ελευθερία, τη δημοκρατία και την κοινωνική δικαιοσύνη για τα λαϊκά στρώματα -το συνεργατικό κίνημα αναμόρφωσης που ασκεί σε κάθε γωνιά του κόσμου αμείλικτη κριτική, τόσο ενάντια στα δεινά του αυταρχικού και θεωρητικού παραδοσιακού σχολείου όσο και στο καπιταλιστικό σχολείο που αναπαράγει τις διαφορές, το σχολικό διαχωρισμό και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Εξ ου και αποφεύγει τον παιδαγωγισμό – απομονωτικό ή μονοδιάστατο – καθώς δεν αντιλαμβάνεται τον τόπο του σχολείου ως σύνολο προσχεδιασμένων διδακτικών στρατηγικών και ύλης, αλλά ως περιβάλλον κοινωνικό και πολιτιστικό που μετασχηματίζεται από την εργασία μέσω του πειραματισμού και της εμπειρικής δοκιμής. Με αυτήν την έννοια είναι ένας ετερόδοξος μαρξιστής που απεχθάνεται τα δόγματα, και έχει ένα κοινό και με τον άλλο Μαρξ, τον εξαιρετικό Γκράουτσο: «Μου αρέσουν τα λάθη μου. Δε σκοπεύουμε να αποκηρύξουμε την απολαυστική ελευθερία να σφάλλουμε». Διότι το λάθος είναι μέρος της εξέλιξης. Ο Ταγκόρ το εκφράζει όμορφα: «Αν κλείσεις την πόρτα σε όλα τα λάθη, αφήνεις απέξω την αλήθεια».

Το καταφύγιο των «Τετραδίων της Παιδαγωγικής» [Cuadernos de Pedagogía] στη Λάια μου επέτρεψε να γνωρίσω την εκδοτική έδρα του, όπου μεταξύ άλλων δημοσιεύθηκαν  «Το σχολείο του λαού» [Por una escuela del pueblo] σε διάφορες επανεκδόσεις, «Η γέννηση μια λαϊκής παιδαγωγικής» [El nacimiento de una pedagogía popular] της Ελίζ Φρενέ ή οι συλλογές «Η Βιβλιοθήκη για τον δάσκαλο», [ΒΕΜ] (Biblioteca para el maestro) και «Η βιβλιοθήκη εργασίας για τον μαθητή», [BT] (Biblioteca de trabajo para el alumno). Στη διάρκεια των 37 ετών που εργάστηκα στο περιοδικό μέχρι να συνταξιοδοτηθώ, δημοσιεύσαμε πλήθος άρθρων για τη θεωρία και την πρακτική του Σύγχρονου Σχολείου. Είχα την ευκαιρία να συζητήσω με διάφορα πρόσωπα που σχετίζονταν με ομάδες από διάφορες περιφέρειες του Κινήματος στο εσωτερικό και το εξωτερικό – κυρίως από Γαλλία και Ιταλία – και να γνωρίσω διάφορα κέντρα. Ανεκτίμητη υπήρξε η επίσκεψη στο μυθικό σχολείο της Βανς, πλαισιωμένο από ένα πανέμορφο δάσος, όπου, ενόσω μας υποδεχόταν η κυρία Φρενέ, το πιεστήριο παρήγαγε καλαίσθητες και ευφάνταστες παιδικές δημιουργίες. Θέλω να κάνω ιδιαίτερη μνεία στη στενή σχέση που αναπτύξαμε με τον Χοσέ Αλκομπέ αφότου επέστρεψε από την εξορία στη Βενεζουέλα, μετά από μια σύντομη στάση στην Ανδόρα. Ένα πρόσωπο ευρέως γνωστό κι αγαπητό σε πολλούς εκ των συγγραφέων του παρόντος βιβλίου, έναν επίμονο και γενναιόδωρο αγωνιστή για τις ιδέες του Φρενέ, που λειτούργησε ως γέφυρα με τη γενιά των δημοκρατικών.

Σε αυτό το μακρύ και φορτισμένο ταξίδι συνειδητοποίησα ότι στο κίνημα αυτό του λαϊκού σχολείου διασταυρώνονταν σε τακτική βάση ρήματα πολύ σημαντικά για την εκπαίδευση: παρατηρώ, ακούω, αμφιβάλλω, ερευνώ, μαθαίνω να κάνω, σφάλλω, παίζω, εργάζομαι, πειραματίζομαι, εφευρίσκω, δημιουργώ, ανταλλάσσω, μοιράζομαι, ερωτεύομαι.. Κι όλα αυτά σε αίθουσες και χώρους γεμάτους ζωή, με πόρτες ανοιχτές προς τα έξω, προς εξερεύνηση του περιβάλλοντος. Όχι απλώς για τη μελέτη του εξω-σχολικού, αλλά για την εμβάθυνση στην πραγματικότητά του, όπως και των σχέσεών του με το σχολείο. Αυτός είναι και ο λόγος που το σχολικό εγχειρίδιο αντικαθίσταται από μια βιβλιοθήκη εργασίας ή ένα φάσμα πηγών πληροφόρησης και ποικίλων πόρων που εμπλουτίζονται διαρκώς με την παραγωγή κειμένων, όπου η ελευθερία λόγου που παραχωρείται στα παιδιά περνά στην σκέψη, κι ευθύς αρχίζουν να εργάζονται, να μοιράζονται, να τυπώνουν και να επιμελούνται περιοδικά που φθάνουν στις οικογένειές τους, στους ανταποκριτές, και σε άλλα κέντρα. Σε γωνιές και εργαστήρια όπου δοκιμάζονται όλα τα συναισθήματα και ξεδιπλώνεται η ποικιλία ατομικών και συλλογικών δραστηριοτήτων, αναδομώντας τη γνώση με αφετηρία την εμπειρία. Γιατί στο σύγχρονο και λαϊκό σχολείο οι μαθητές δεν διαπλάθονται μέσω ερμηνείας, αλλά μέσω προσωπικού πειραματισμού. Σε αυτήν την περιπέτεια γνώσης και κριτικής οικοδόμησης της μάθησης εδραιώνονται σχέσεις οικείες και οριζόντιες, όπου η συνεργασία γίνεται συστατικό δομικό στοιχείο για όλους τους φορείς της εκπαίδευσης – μαθητές, καθηγητές και οικογένειες –  και το σύνολο της δημοκρατικής κοινότητας, γιατί το ιδιωτικό συγχωνεύεται με το συλλογικό εγγράφοντας στην εκπαίδευση μια κοινωνική διάσταση. Και η συνέλευση, με την κριτική, τις επιδοκιμασίες και τις προτάσεις της, γίνεται η ραχοκοκαλιά ολόκληρου του σχολικού έργου και της συμβίωσης στην ομάδα-τάξη. Όσο για το ρόλο του διδάσκοντος, η επιβολή και η κηδεμόνευση αντικαθίστανται από τη συντροφιά και το διάλογο, αλλά χωρίς να εκπίπτουν στην αυθορμησία του laissez faire, που διακρίνει άλλες παιδαγωγικές.

Ας μιλήσουμε λίγο για τους 55 πρωταγωνιστές αυτού του πολυφωνικού έργου: 30 δασκάλες και 25 δάσκαλοι. Κατά πλειονότητα ήδη συνταξιούχοι ή στα πρόθυρα συνταξιοδότησης. Ξεκίνησαν την περίοδο του ύστερου φρανκισμού και έζησαν έντονα τη μεταπολίτευση και, σε ένα βαθμό, έκαναν το ίδιο ταξίδι με τον Φρενέ. Οι απογοητεύσεις του παραδοσιακού σχολείου (ο αυταρχισμός, η πλήξη, η χρήση του σχολικού εγχειριδίου που ρυθμίζει και ομογενοποιεί το πρόγραμμα μαθημάτων, η παθητικότητα και αποθάρρυνση των μαθητών) τους οδηγούν να εισαγάγουν άλλα περιεχόμενα και να ερευνήσουν άλλες διδακτικές πρακτικές, πιο ανοικτές στις παιδικές επιθυμίες και πιο κοντά στην πραγματικότητα. Σε αυτό το ταξίδι βρήκαν στο Γάλλο δάσκαλο έναν άλλο τρόπο σκέψης και ύπαρξης στο σχολείο, σαν φάρο που θα φώτιζε εφεξής τις ζωές τους. Όπως και στην περίπτωση εκείνου, η παιδαγωγική τους στράτευση, πρώτα στον «Σύνδεσμο για τη σχολική Αλληλογραφία και Τυπογραφία» [ACIES], (Asociación para la Correspondencia y la Imprenta Escolar) και λίγο αργότερα στο «Συνεργατικό Κίνημα Λαϊκού Σχολείου» [MCEP], εναλλασσόταν, σε διαφορετικούς βαθμούς, με πολιτική και συνδικαλιστική στράτευση υπέρ της δημοκρατίας, της ισότητας των ευκαιριών και του δημόσιου σχολείου, με αφετηρία τόσο τα μικρά σχολεία της υπαίθρου όσο και στα αστικά κέντρα, αρκετά εκ των οποίων είχαν ιδρυθεί πρόσφατα. Ήταν μάλλον αυτοδίδακτοι – λόγω της αρχικής τους εκπαίδευσης, εν γένει αρκούντως ελλιπούς – καλοί αναγνώστες, και ανήσυχοι ταξιδιώτες που αναζητούσαν συντρόφους και εμπειρίες να τους πλουτίζουν. Και στις περιφερειακές ομάδες και κυρίως στα συνέδρια, με τα συναφή εργαστήρια και τις εκτενείς συζητήσεις για να εμπλουτίζουν με θεωρία τις πρακτικές τους, βρήκαν τον κατ’ εξοχήν τόπο διαρκούς εκπαίδευσης: τους δεσμούς και τις συμπράξεις που ωρίμαζαν το παιδαγωγικό και συνεργατικό τους απόθεμα.

Εντούτοις, έμενα πάντα με μια απορία: γιατί το παιδευτικό δυναμικό της παιδαγωγικής Φρενέ και η εφαρμογή των τεχνικών του δεν αποκρυσταλλώθηκε σε ευρύτερο οργανωτικό κίνημα στο πέρασμα των τελευταίων αυτών δεκαετιών σε ολόκληρο το ισπανικό κράτος; Αγνοώ μέχρι ποιο σημείο έχει αναλυθεί αυτό το φαινόμενο, αλλά τολμώ, διακινδυνεύοντας να υπεραπλουστεύω, να εκθέσω ορισμένες υποθέσεις και ερωτήματα.

Κατ’ αρχάς, ένας από τους λόγους ήταν οι δυσκολίες που συνάντησαν όλα τα κινήματα παιδαγωγικής ανανέωσης να κατορθώσουν να διατηρήσουν μια δομή συμπαγή και σταθερή που θα τους εξασφάλιζε συνέχεια και συνέπεια, με τις μοιραίες κρίσεις και εξαφανίσεις διάφορων περιφερειακών ομάδων. Δεύτερον, ο ίσως υπερβολικά οικογενειακός και κλειστός προς τα έξω χαρακτήρας του «Συνεργατικό Κίνημα Λαϊκού Σχολείου» MCEP, όπως αποδεικνύει κάποια μαρτυρία, προκειμένου να διατηρεί καθαρή την ουσία του, αποφεύγοντας τη μίανση και το ενδεχόμενο έκπτωσής του σε κίνημα υπέρ το δέον διδακτικό ή ωφελιμιστικό. Με αυτήν την έννοια, παραμένει συζητήσιμο το κατά πόσον υφίσταται αναθεώρηση, εμπλουτισμός και προσαρμογή της σκέψης και των τεχνικών Φρενέ προκειμένου, όπως υποστηρίζει και ο ίδιος τους ο επινοητής, να διατηρούν ένα χαρακτήρα ανοικτό και εξελικτικό. Τρίτον, πρέπει να σημειωθεί πως, παρότι διαρκούσας της μεταπολίτευσης και της διαδικασίας πειραματισμού της μεταρρύθμισης τη δεκαετία του ’80 ευνοήθηκε η ανάπτυξη της πρότασης του Φρενέ και άλλων εναλλακτικών παιδαγωγικών μεθόδων, αυτές πέρασαν στη λήθη μετά την επιβολή του εγκύκλιου σχεδιασμού βάσης της LOSGE, με χαρακτήρα εξόχως τεχνοκρατικό και ομογενοποιητικό, όπως καταγγέλλει ο Ζάουμε Μαρτίνεζ Μποναφέ στους «Λησμονημένους», κείμενο διαυγές όσο και ακριβές, που δημοσιεύτηκε στα «Τετράδια της Παιδαγωγικής» [Cuadernos de Pedagogías]. Και τέταρτον, πρέπει να υπογραμμιστεί η υφιστάμενη διάσταση, μεταξύ Κινήματος και Ακαδημίας, MCEP και πανεπιστημίου, πέραν συνεργασιών μεμονωμένων και καλοπροαίρετων. Τυχόν μεγαλύτερη διασύνδεση και συνεργασία θα συνέβαλε στην καλύτερη ενσωμάτωση και διάχυση της εν λόγω παιδαγωγικής στο πρόγραμμα σπουδών των σχολών, στόχος στον οποίο θα εισέφερε η εξερεύνηση και εξέταση της εύγευστης πράξης και γνώσης της μεθόδου Φρενέ, που σιγομαγειρεύεται σε χαμηλή φωτιά περίπου έναν αιώνα.

Παρ’ όλα αυτά, επίσης πρέπει να υπογραμμιστεί – καθώς η πραγματικότητα είναι σύνθετη και κινείται με διάφορους τρόπους- ότι η τρέχουσα απήχηση της παιδαγωγικής Φρενέ παραμένει εξαιρετικά ισχυρή, γεγονός που συνειδητοποίησα για μια ακόμη φορά γράφοντας το τελευταίο μου βιβλίο «Παιδαγωγικές μέθοδοι του 21ου αιώνα, Εναλλακτικές στην εκπαιδευτική ανανέωση» [Pedagogías del siglo xxi. Alternativas a la innovación educativa]. Εντρυφώντας στο ιστορικό καθεμιάς, διαρκώς προέβαλλε ως κοινός παρονομαστής ο Φρενέ, για να μην αναφερθώ στις κριτικές παιδαγωγικές, τη συμπεριληπτικότητα και τη συνεργασία, την εμπεδωμένη γνώση ή την πολυμορφία του πνευματικού δυναμικού. Ομοίως, αυτή του η επικαιρότητα αναδείχθηκε περίτρανα με τη δημοσίευση του βιβλίου του Φρανθίσκο Ιμπερνόν «Οι μεταβλητές και η παιδαγωγική Φρενέ πενήντα χρόνια μετά» [Las invariantes pedagógicas y la pedagogía Freinet cincuenta años después]. Αρκεί, για παράδειγμα, να θυμίσουμε κάποιες από τις εν λόγω σταθερές, για να διαπιστωθεί ότι πρόκειται για συγγραφέα κλασσικό, τον οποίο δεν επηρεάζει το πέρασμα του χρόνου:

  • Σε κανέναν δεν αρέσει να πορεύεται εν κενώ, να φέρεται σαν ρομπότ, να υποκύπτει σε σκέψεις εγγεγραμμένες σε μηχανισμούς στους οποίους δεν μετέχει.
  • Όλοι επιθυμούμε την επιτυχία. Η αποτυχία λειτουργεί ανασχετικά, καταστρέφει την ορμή και τον ενθουσιασμό.
  • Η υπερφόρτωση των τάξεων πάντοτε συνιστά παιδαγωγικό λάθος.
  • Οι γνώσεις κτώνται, όχι όπως ενίοτε πιστεύεται, με τη μελέτη των κανόνων και νόμων, αλλά δια μέσου της εμπειρίας.
  • Η δημοκρατία του αύριο ετοιμάζεται με τη δημοκρατία στο σχολείο. Ένα αυταρχικό καθεστώς σχολείου δεν γίνεται ποτέ να διαμορφώσει πολίτες δημοκράτες.

Κρίνοντας από τη διαδρομή του και την ταχύτατη εξοικείωσή του με τα οπτικοακουστικά μέσα, αν ζούσε σήμερα ο Φρενέ, αναμφίβολα θα υπεράσπιζε με πάθος την ανταλλαγή, τη συνεργασία και την εργασία σε δίκτυο, μέσω της εντατικής χρήσης των τεχνολογιών της πληροφορίας, μάθησης και επικοινωνίας, προκειμένου να αποκτήσουν χαρακτήρα δημιουργικό, ανανεωτικό, δυναμικό και συμμετοχικό – πάντοτε στο πνεύμα της ενίσχυσης του λόγου, της περιέργειας και του κριτικού πνεύματος των μαθητών. Σε πρόσφατη συζήτηση σε θερινό σχολείο, κατόπιν αναφοράς μου στον Σελεστέν Φρενέ, με αφορμή την 50η επέτειο από το θάνατό του, μια δασκάλα σχετικά νεαρής ηλικίας μου ανέφερε ότι κανείς δεν της είχε μιλήσει για το δάσκαλο αυτό στη διάρκεια της αρχικής της εκπαίδευσης, και μου ζήτησε να της πω πολύ σύντομα – καθώς ο χρόνος της συζήτησης εξαντλείται – ποια ήταν η κύρια προσφορά του. Της απάντησα με τις εξής είκοσι λέξεις: «Ορισμένες τεχνικές συνεργασίας, εφόσον προσαρμοστούν στους καιρούς που αλλάζουν, εξακολουθούν να φωτίζουν και σήμερα τη σύγχρονη και λαϊκή παιδαγωγική».

Ο Jaume Carbonell Sebarroja είναι πρώην διευθυντής των «Τετραδίων της Εκπαίδευσης» [Cuadernos de Pedagogía] και αξιολογητής άρθρων του περιοδικού «Το ημερολόγιο της Εκπαίδευσης» [El diario de la Educación].

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s