Με αφορμή το βιβλίο της Edith Biewend: «Αγαπώντας χωρίς αυταπάτες. Η ζωή και το έργο του Γιάνους Κόρτσακ»

Το βιβλίο της Γερμανίδας συγγραφέα ΈντιτΜπήβεντ Αγαπώντας χωρίς αυταπάτες. Η ζωή και το έργο του Γιάνους Κόρτσακ, εκδ. Επίκεντρο, με επιμέλεια και εκτενή, διαφωτιστικό πρόλογο του καθηγητή της παιδαγωγικής Γιώργου Τσιάκαλου (ο οποίος με σφοδρό ενδιαφέρον παρακολουθεί κάθε σχετική αναφορά και έκδοση), είναι ένα πολύτιμο βιβλίο για κάθε άνθρωπο και, ιδίως, για κάθε εκπαιδευτικό. Αναφέρεται, όπως και ο υπότιτλος δηλώνει, στη ζωή, το έργο, τις αξίες και τις παιδαγωγικές αρχές του Πολωνού – Εβραίου Γιάνους Κόρτσακ, ζωή και αξίες που πήγαν χέρι – χέρι από την αρχή μέχρι το τέλος. Οι περισσότεροι γνωρίζουμε τον Γιάνους Κόρτσακ ακριβώς από το τέλος του, από την εμβληματική θυσία του, από το γεγονός ότι αρνήθηκε τις ευκαιρίες που του δόθηκαν να σώσει τη ζωή του και επέλεξε συνειδητά τον θάνατό του (στον θάλαμο αερίων του στρατοπέδου εξόντωσης Τρεμπλίνκα στις 5 Αυγούστου του 1942), προκειμένου να μην εγκαταλείψει τους μαθητές του, τα 200 ορφανά Εβραιόπουλα του ορφανοτροφείου που διοικούσε στη Βαρσοβία. Φανταζόμαστε ότι πέθαναν αγκαλιασμένοι και ότι μέχρι το τέλος θα τους πρόσφερε μια ψευδή μεν, πλην πολύτιμη, παρηγορητική ασφάλεια.

Αυτό το σπάνιο μεγαλείο ψυχής, αγάπης και αφοσίωσης, μέσα μάλιστα σε μια απολύτως δυστοπική, εφιαλτική και απάνθρωπη συνθήκη, καταξιώνει για πάντα τον ΓιάνουςΚόρτσακ. Ωστόσο, δεν πρέπει να είναι μόνο το τέλος του που προκαλεί τον θαυμασμό μας. Γιατί αυτό το τέλος, όπως είναι λογικό και όπως αναδεικνύεται στο βιβλίο, επισφραγίζει τη ζωή του, αποτελεί, τρόπον τινά, φυσική κατάληξη των αξιών και της συνολικής στάσης του.

Μνημείο στη Βαρσοβία

Ο Γιάνους Κόρτσακ, που γεννήθηκε το 1878 ή 1879 ως Χένρικ Γκόλντσμιτ και πήρε το όνομα με το οποίο καθιερώθηκε από τον ήρωα ενός βιβλίου που χρησιμοποίησε, στα είκοσι χρόνια του, ως ψευδώνυμο σ’ έναν λογοτεχνικό διαγωνισμό, υπήρξε ανιδιοτελής γιατρός / παιδίατρος, ένθερμος πατριώτης που συμμετείχε σε δύο πολέμους (τον Ρωσο-ιαπωνικό πόλεμο του 1904-05 ως πολίτης της ρωσοκρατούμενης Πολωνίας, και τον Α΄ παγκόσμιο, που οδήγησε στην ανεξαρτησία της πατρίδας του), αδογμάτιστος σοσιαλιστής, που ενδιαφερόταν για τα κοινά, χωρίς να δεσμευτεί σε ένα κόμμα, αναγνωρισμένος συγγραφέας παιδικής-και όχι μόνο-λογοτεχνίας, αλλά και δοκιμίων, πετυχημένος επιφυλλιδογράφος και δημοσιογράφος ραδιοφώνου, μα,πάνω απ’ όλα,υπήρξε ο αφοσιωμένος παιδαγωγός, ο Διευθυντής ενός ορφανοτροφείου (και αργότερα δύο) στη Βαρσοβία, ο πρωτοπόρος των Δικαιωμάτων του Παιδιού. Ήταν πολυγραφότατος και συστηματικός και στα εκπαιδευτικά του κείμενα, μολονότι δεν άφησε ένα συγκεντρωτικό παιδαγωγικό έργο.

Ως παιδαγωγός ο Κόρτσακήταν από τους πρωτοπόρους, καθώς πολύ γρήγορα υπερέβη τις καθιερωμένες αντιλήψεις και τις καλά εγκατεστημένες πρακτικές και εφάρμοσε στο Ορφανοτροφείο του απολύτως πρωτοποριακές μεθόδους και τεχνικές, όπως και δομές αυτοδιαχείρισης, π.χ. το παιδικό δικαστήριο (για να διακρίνουν τα ίδια τα παιδιά τις σοβαρές από τις ασήμαντες παραβάσεις και να αναπτύξουν την προσωπική ευθύνη, αλλά και για να μην εκθέτει κι εκείνος σε πιθανή αδικίατα παιδιά που ενδεχομένως του ήταν λιγότερο συμπαθή), στο οποίο βρίσκονταν ως υπόλογοι και οι δάσκαλοι, όπως και ο ίδιος ο Κόρτσακ κάποιες φορές, το παιδικό κοινοβούλιο, την εφημερίδα, την τήρηση ημερολογίων, την από κοινού με τα παιδιά διαμόρφωση κανόνων της καθημερινότητας και άλλα. Σε πολλά από αυτά συναντά την παιδαγωγική του ΣελεστένΦρενέ, επίσης απόμαχου του Μεγάλου Πολέμου, που δραστηριοποιείται σε περίπου παράλληλο χρόνο στη Γαλλία και εδραζόταν σε παρόμοιες αρχές: την αρχή του σεβασμού και την έγνοια για το παιδί, τηνανάγκη για άσκηση στη δημοκρατία. Την ίδια ώρα, συναντά τη Νέα Αγωγή, που θέτει στο κέντρο του ενδιαφέροντος το παιδί, καθώς τον άγγιζε κάθε ανθρωπιστική και παιδοκεντρική προσέγγιση. Γενικά, ήταν μια εποχή, οι αρχές του 20ού αιώνα, όπου ανέτελλε μια νέα παιδαγωγική αντίληψη, ωστόσο, η πράξη πολύ απείχε από τις προσδοκίες και τις προσπάθειες λίγων φωτισμένων.

Ο ίδιος θεμελίωσε,με πάθος και συνέπεια, την παιδαγωγική του σεβασμού, κατανοούσε την εκπαίδευση ως κοινότητα διαλόγου («δεν μίλησα στα παιδιά, αλλά με τα παιδιά»), όπου μάλιστα κι οι δύο πλευρές υπόκεινται σε διαπαιδαγώγηση («τα παιδιά δεν τα διαπαιδαγωγείς μόνον εσύ, σε διαπαιδαγωγούν κι εκείνα»), αλλά και ως πεδίο αλληλεγγύης, ενώ πίστευε στη θεραπευτική, αλλά και παιδαγωγική λειτουργία του γραψίματος και την εφάρμοσε με μεγάλη συστηματικότητα, καθώς τα παιδιά ωθούνταν να παράγουν καθημερινά κείμενα με τα οποία κατέγραφαν και επεξεργάζονταν τις σκέψεις και τα βιώματά τους (κάτι σαν τη μεταγενέστερη «αφηγηματική παιδαγωγική»). Επίσης, μελέτησε με χαρακτηριστική προσήλωση την παιδική ηλικία, την ψυχολογία, καθώς και την ηθική και σωματική ανάπτυξη των παιδιών, όπως μελέτησε και τα έργα προγενέστερων και σύγχρονων παιδαγωγών και φιλοσόφων (Κομένιους, Πεσταλότσι, Μακαρένκο, Ρουσσώ, Μαρξ, Χέγκελ, Φρόυντ κ.ά.) μολονότι δεν φαίνεται να βρισκόταν σε διάλογο με τους ομοτέχνους του – πάντως, είχε δεχθεί δύο φορές τον Πιαζέ στο ορφανοτροφείο και προφανώς είχε συζητήσει μαζί του. Επομένως, παρότι δεν δημιούργησε ένα συγκεκριμένο διδακτικό μοντέλο ούτε συγκέντρωσε τις παιδαγωγικές του αντιλήψεις σε ένα βασικό έργο, όπως ήδη αναφέρθηκε, εντούτοις αναμφισβήτητα ήταν ένας παιδαγωγός με συγκροτημένες αντιλήψεις για το εκπαιδευτικό σύστημακαι με απαιτήσεις από το επάγγελμα του δασκάλου, για τον οποίον θεωρούσε ότι πρέπει να περνά από σκληρή μάθηση.


Μνημείο στο Yad Vashem, Ιερουσαλήμ

Ωστόσο, πίστευε στην παιδαγωγική ως τέχνη του εφικτού και όχι των θαυμάτων, στην πρόοδο με βήματα και όχι με άλματα. Φιλτράριζε την αισιοδοξία του με σκεπτικισμό. Γνώριζε ότι δεν μπορεί να μεταλλάξει ένα παιδί («Μπορώ να θέσω τα θεμέλια για την εργατικότητα και την αλήθεια, τη δικαιοσύνη και την ειλικρίνεια, αλλά δεν μπορώ να μεταμορφώσω ένα παιδί σε κάτι άλλο από αυτό που είναι.»). Με άλλα λόγια, αγαπούσε, αλλά χωρίς αυταπάτες ή παρότι δεν είχε αυταπάτες, αγαπούσε.

Επίσης, έθετε σε αμφισβήτηση και τους θεσμούς που θέσπισε ο ίδιος, εισάγοντας τον παράγοντα της σχετικότητας στην εφαρμογή τους, καταφέρνοντας να αναχθεί σε αντικειμενικό παρατηρητή της λειτουργίας τους, αρνούμενος να τους αντιμετωπίζει ως αυτοσκοπό, φθάνοντας έτσι να αμφισβητήσει π.χ. το παιδικό δικαστήριο όταν εκείνο έπαψε να έχει την αρχική του αποτελεσματικότητα και έγινε παιχνίδι. Τότε το αντικατέστησε από το παιδικό κοινοβούλιο. Όπως έλεγε, «καμία άποψη δεν πρέπει να ανάγεται σε απόλυτη ή παντοτινά ισχύουσα πεποίθηση». Η έννοια, όμως, των θεσμών είναι σημαντική, ακρογωνιαίος λίθος, αφού είναι αυτοί που προστατεύουν, αντικειμενικά και όχι εξαιτίας του κατά τύχην καλού δασκάλου, από την αδικία, την αυθαιρεσία ή από την απόδοση συλλογικήςευθύνης, που θεωρούσε απαράδεκτη.

Ο Κόρτσακ έσκυψε πάνω στο παιδί και μάλιστα στο δύσκολο, το στερημένο και εύκολα υποκείμενο σε παρεκκλίσεις παιδί, το παιδί του ιδρύματος, καταφέρνοντας να διακρίνει τις καταβολές, κατορθώνοντας να θέσει τα όρια, πετυχαίνοντας να δωρίσει την αγάπη.

Αντικατέστησε την εγγενή δυσπιστία ενός συστήματος διαρκούς παρακολούθησης και ελέγχου (όπως ήταν πριν από τη δική του Διεύθυνση το Ορφανοτροφείο) με την εμπιστοσύνη (αν και όχι χωρίς συναίσθηση ότι αυτή δεν μπορεί να είναι ανεπιφύλακτη) και με το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα, αλλά και στην (έστω ταπεινή, μικρή) ιδιοκτησία, αφού πρέσβευε βαθιά ότι τα παιδιά αδικούνται όντας άνθρωποι χωρίς περιουσία, χωρίς ελευθερία και χωρίς δικαιώματα.

Γι’ αυτό, επιζητούσε σταθερά έναν συνταγματικό χάρτη για κατοχύρωση των δικαιωμάτων του παιδιού, όπου μάλιστα συμπεριελάμβανε, ανάμεσα σε άλλα, το δικαίωμα του παιδιούστη σημερινή μέρα και στο να είναι ο εαυτός του, δηλαδή σε μια αυτεξουσιότητα και αυτονομία, στην ελευθερία να μη ζει για τους άλλους και τις προσδοκίες εκείνων ούτε μόνο για το μέλλον, στο οποίο θα θυσιάζει το σήμερα με τις χαρές, τις λύπες κι τις εκπλήξεις του. Κι ακόμα, σοκάροντας ίσως, διακήρυσσε το δικαίωμα του παιδιού στον θάνατό του, όχι μόνον επειδή είχε δει παιδιά να πεθαίνουν με αξιοζήλευτη αξιοπρέπεια, αλλά και επειδή θεωρούσε την υπερπροστατευτικότητα στο όνομα του κινδύνου υπονομευτική της ίδιας της ζωής του παιδιού.

Και, παρότι ο ίδιος δεν υπήρξε θρησκευόμενος ούτε καν πιστός σε κάποια θρησκεία (μάλιστα την ιδιότητα του Εβραίου την προέτασσε μόνο στην εποχή των διώξεων κι ακόμα αντιτασσόταν στην υποκρισία της εκκλησίας) και βέβαια ουδέποτε έκανε κατήχηση, εντούτοις δεν στέρησε από τα παιδιά του ορφανοτροφείου την παρηγοριά της πίστης, εισάγοντας κάποιες προσευχές με οικουμενικό χαρακτήρα.

Ήταν λοιπόν, ένας άγιος; Και μήπως το βιβλίο αποτελεί αγιογραφία; Ούτε το ένα, ούτε το άλλο.

Το βιβλίο, που αναπτύσσεται σε 6 κεφάλαια, παρακολουθεί από τη μια τη χρονική γραμμή της ζωής του, από τα άνετα και προστατευμένα παιδικά χρόνια, στις μεταγενέστερες δυσκολίεςκαι τα αφόρητα τελευταία χρόνια στο γκέτο, όπου είχε μεταφερθεί το ορφανοτροφείο, με τις εξοντωτικές διώξεις, τη φυλακή, τα προβλήματα υγείας, τον λιμό, το κρύο, από την άλλη τηνπορεία και την κίνηση της σκέψης του (με παράθεση πολλών αποσπασμάτων από τα γραπτά του), προσπαθώντας να ανιχνεύσει την εξέλιξη της ιδεολογίας του, αλλά και την ανέλιξη,ακόμα και τις αντιφάσεις, της προσωπικότητάς του. Έτσι, μέσα από το βιβλίο μαθαίνουμε και τις πιο δυσάρεστες πλευρές του χαρακτήρα του, οι οποίες πάντως και ερμηνεύονται και δικαιολογούνται.

Η αντίληψη του Κόρτσακότι «τα παιδιά είναι ήδη άνθρωποι» («Δεν υπάρχουν παιδιά καθαυτά. Είναι άνθρωποι, αλλά με διαφορετικό θησαυρό εμπειριών, διαφορετικές παρορμήσεις και διαφορετικές συναισθηματικές αντιδράσεις»), εκτός από τον προφανή προσανατολισμό στον πλήρη σεβασμό της προσωπικότητάς τους, στο δικαίωμα «να κυβερνούν τον εαυτό τους» και στο γεγονός ότι δεν πρέπει να εξαιρούνται από τα κατακτημένα δικαιώματα των ενηλίκων («τα παιδιά είναι το αρχαιότερο προλεταριάτο του κόσμου», «το προλεταριάτο με τα μικρά ποδαράκια») – κυρίως αυτό, γιατί γνωρίζει ότι δεν έχουν ακόμη τη δύναμη και τις καλλιεργημένες ικανότητες των ενηλίκων-, υποδεικνύει ταυτόχρονα ότι τα παιδιά έχουν και κακές πλευρές, όπως και μεγάλες διαφοροποιήσεις.

Επίσης, ο Κόρτσακ, παρά τη φυσική του ευγένεια, ασκεί δυναμική και επίμονη διεκδίκηση για χορηγίες προς όφελος του ορφανοτροφείου, θυμώνει και γίνεται οξύθυμος όταν θίγεται η αξιοπρέπεια των παιδιών ή όταν δεν συγκινούνται οι ξένοι ούτε διστάζει να συγκρουστεί και με κοντινούς του ανθρώπους. Η μαχητικότητα είναι η άλλη πλευρά της στοργικής του φύσης. Αλλά και προς τα παιδιά θυμώνει συχνά και φωνάζει ή απογοητεύεται, αφού άλλωστε αντιμετώπιζε και ακραίες καταστάσεις, για να αναστοχαστεί, ωστόσο, μετά. Γιατί και ο παιδαγωγός είναι άνθρωπος. Κρατά εντέλει την αναγκαία ισορροπία και πάντα την αίσθηση της αγάπης. 

Ο ίδιος είχε προδιάθεση προς την κατάθλιψη και όχι σπάνια υπέφερε από αυτοκτονικές τάσεις, που τις περισσότερες φορές ξεπέρασε με την άσκηση της γραφής (κι έτσι, την εφάρμοσε στους μαθητές του), όμως ποτέ δεν σκέφτηκε να αφαιρέσει τη ζωή του στον πραγματικό κίνδυνο, τότε που τον χρειάζονταν τα παιδιά του.

Γνώριζε ότι κάνει λάθη, τα λάθη του ανθρώπου που πράττει. Αναγνώριζε, βέβαια, και το δικαίωμα σφάλματος στα παιδιά. Πάντως, δεν θέλησε ποτέ να είναι υπερβολικά προστατευτικός ούτε βέβαια επιτρεπτικός («Με τις απαγορεύσεις ενισχύουμε την ικανότητά του να αυτοελέγχεται και αναπτύσσουμε τη φαντασία του.»). Ακολούθησε το μέτρο και τα όρια – όρια για χάρη του παιδιού και όχι του ενήλικα. Συχνά ξεπέρασε τον εαυτό του και μπόρεσε να τον δει ως παρατηρητής.

Άλλωστε, και στα κείμενά του ακολούθησε το διαλεκτικό σχήμα θέσης – αντίθεσης στην αναζήτηση της αλήθειας, αφού «η ζωή δεν είναι αριθμητικές πράξεις». Και βέβαια  ήταν ρεαλιστής – ήξερε πως «το ζήτημα δεν  είναι μόνο τι πρέπει να γίνει, αλλά τι μπορεί να γίνει», αφού και τα παιδιά εν προκειμένω αντανακλούν τον κόσμο των μεγάλων.

Είναι, λοιπόν, ο ΓιάνουςΚόρτσακ έναςάνθρωπος με αδυναμίες, όπως όλοι, αλλά και με συγκλονιστική δράση, συνέπεια και πίστη, όπως ελάχιστοι. Είναι ένα παράδειγμα αυτοελέγχου καιτολμηρής αυτοκριτικής και, ταυτόχρονα, ένα πρότυποανιδιοτελούς προσφοράς και συγκινητικής προσήλωσης σε αρχές και ανθρώπους, που μπόρεσε να κινηθεί από την αγάπη στην αφοσίωση και από την αφοσίωση στη θυσία.

Από την άλλη, το βιβλίο της Μπήβεντ για τον Κόρτσακ είναι μια ολιστική, εμπεριστατωμένη, και σεβαστική προσέγγιση της προσωπικότητάς του, που έχει τη δύναμη να λειτουργήσει και παιδευτικά. Είναι κι αυτό, λοιπόν, γραμμένο με αγάπη χωρίς αυταπάτες.

Γιούλη Χρονοπούλου

Συντονίστρια Εκπαιδευτικού Έργου Φιλολόγων 4ου ΠΕΚΕΣ Αττικής